Πλην Λακεδαιμονίων.
21 07 2008
Ο Οργισμένος Άραβας σημείωσε την περασμένη Τετάρτη ότι
“Το Λιβανέζικο κράτος προσκάλεσε όλες τις Λιβανέζικες παρατάξεις και τα κόμματα στην τελετή υποδοχής (των Λιβανέζων αιχμαλώτων που απελευθερώθηκαν από το Ισραήλ) εκτός… του Κομμουνιστικού Κόμματος του Λιβάνου, όπως μετέδωσε το New TV. Δηλαδή οι δυνάμεις του στρατού του Λιβάνου (οι οποίες συνεργάστηκαν με τις Ισραηλινές δυνάμεις κατοχής) ήταν παρούσες στην τελετή αλλά όχι εκείνοι οι κομμουνιστές που αντιστάθηκαν στην Ισραηλινή κατοχή”.
(Τεκμηρίωση στους συνδέσμους που παραθέτω στο κείμενο.)
Μια εβδομάδα νωρίτερα, η Πάτι Σμιθ τραγουδούσε το κομμάτι Κανά, για τα παιδιά που σκοτώθηκαν στον πόλεμο του 2006.
Παράδοξο.
17 07 2008
Πωλ Χενς, ετών 85. Το χειμώνα του 2007, εντελώς απροσδόκητα, η φωτογραφία του ασπρομάλλη, φιλήσυχου κατοίκου της παγκοσμίως άσημης Κομητείας Γκουίνετ της Τζώρτζια βρέθηκε στο πρωτοσέλιδο της Atlanta Journal-Constitution: τα λαγωνικά του νόμου τον συνέλαβαν διότι αποκαλύφθηκε αυτό που είχε αποκρύψει όταν είχε μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, πριν μισό αιώνα και πλέον. Ότι, δηλαδή, στα 19 του χρόνια ήταν εκπαιδευτής των γερμανικών ποιμενικών και των ρότβαϊλερ που χρησιμοποιούσαν οι άνδρες των Schutzstaffel —του επίλεκτου σώματος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και κατόπιν του στρατού της ναζιστικής γερμανίας το όνομα του οποίου θα βρίσκεται για πάντα στo πάνθεον των ηρώων του τρόμου κι έχει χαραχθεί ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη με τη ρουνική εκδοχή των αρχικών του: SS— στα στρατόπεδα συγκέντρωσης Νταχάου και Μπούχενβαλντ για να φρουρούν τους κρατουμένους. Ο ίδιος παραδέχθηκε το γεγονός· απολογήθηκε λέγοντας μεταξύ άλλων ότι “δεν γνώριζε” τι συνέβαινε στα στρατόπεδα κι ότι “όλοι ήταν με τη Χιτλερική νεολαία”. (Κάτι όχι και πολύ εκτός πραγματικότητας: μέλος της ίδιας οργάνωσης ήταν και κάποιος Γιόζεφ Αλόις Ράτσινγκερ, γνωστότερος σήμερα ως Πάπας Βενέδικτος XVI).
Ο Πωλ Κραίγκ Ρόμπερτς, πρώην στέλεχος της κυβέρνησης Ρήγκαν, δεν άντεξε πάντως να μην διερωτηθεί γιατί ο μεν Χενς απελαύνεται, αλλά ο Τζωρτζ Ουώκερ Μπους παραμένει στο Λευκό Οίκο.
Πειθαρχία.
15 07 2008
Χανς-Πέτερ Τσ., ετών 58. Η σορός του ανακαλύφθηκε το Φεβρουάριο σε δασική περιοχή στην πόλη Σόλινγκ, στην Κάτω Σαξωνία. Σύμφωνα με την αστυνομική κι ιατροδικαστική έκθεση, ο θάνατός του οφείλεται στο ότι δεν έτρωγε τίποτε επί 24 ημέρες. Έπινε μόνο λίγο νερό. Και κατέγραφε όσα σκεφτόταν στην διάρκεια της μοναχικής, μακρόσυρτης αυτοκτονίας του, σε ένα ημερολόγιο. Το απονενοημένο διάβημά του ήταν, κατά γερμανικά μέσα ενημέρωσης, ο τρόπος του να “στείλει ένα μήνυμα”.
Ο Χανς-Πέτερ Τσ. γεννήθηκε στο Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν της Δυτικής Γερμανίας το 1949. Όταν τέλειωσε το σχολείο υπηρέτησε στις τάξεις του ομοσπονδιακού στρατού για 12 χρόνια. Ολοκλήρωσε έναν κύκλο σπουδών. Παντρεύτηκε. Έκανε μια κόρη. Μετά την “επανένωση των Γερμανιών” το 1990, δραστηριοποιήθηκε επιχειρηματικά στην πρώην Ανατολική Γερμανία. Ίδρυσε μια μικρή προσωπική επιχείρηση. Άρχισε να οργανώνει επιχειρηματικά συνέδρια κι εκθέσεις. Πήγε καλά. Προσέφερε στην οικογένειά του ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο. Είχε μια “σταθερή” και “συνηθισμένη” ζωή. Όμως καθώς οι απαιτήσεις μεγάλωναν, καθώς ήταν αναγκασμένος να ταξιδεύει και να δουλεύει συνέχεια —καταφέρνοντας να βλέπει τους δικούς του μόνο τα Σαββατοκύριακα και αν— τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν στραβά. Ο Τσ. έπεσε θύμα της επιτυχίας του. Αρχικά, διαλύθηκε ο γάμος του. Κατόπιν, αποσυντέθηκε η σχέση του με την κόρη του. Το 2000, έκλεισε την εταιρία του. Έγινε εμπορικός αντιπρόσωπος μιας επιχείρησης. Ο προϊστάμενός του τον θυμάται ως “εξαιρετικά αξιόπιστο, πιστό και τίμιο”, έναν υποδειγματικό υπάλληλο, που “αν υπήρχε ο παραμικρός κίνδυνος να αργήσει για κάποιο ραντεβού, πήγαινε εκεί όπου προγραμματιζόταν να γίνει από την προηγουμένη”. Μετακόμισε σ’ ένα μικρό χωριό. Στην πολυκατοικία όπου έμενε, δεν ενοχλούσε κανέναν. Οι γείτονές του τον περιέγραψαν ως έναν συνεσταλμένο, καλόβολο, καλοντυμένο κύριο που έφευγε τις Δευτέρες κι επέστρεφε τις Παρασκευές.
Το 2003, απολύθηκε. Η επιχείρηση έπαψε να συμμετέχει σε εκθέσεις και συνέδρια. Ο Χανς-Πέτερ Τσ. δεν ήταν πλέον απαραίτητος. Στα 53 του, ήταν πολύ δύσκολο να βρει δουλειά. Τη χρονιά εκείνη, κατά τις σχολαστικές γερμανικές στατιστικές, μόλις το 40% των 50+ είχαν θέσεις πλήρους απασχόλησης. Κι ένας στους τέσσερις ανέργους ανήκε στην ηλικιακή του ομάδα. Δοκίμασε ξανά την αυταπασχόληση. Αυτήν τη φορά απέτυχε. Δεν είχε πια να πληρώσει το νοίκι. Έμενε σε φτηνά ξενοδοχεία. Μια φορά δεν είχε να πληρώσει κι έδωσε ψευδή διεύθυνση. Μερικές ημέρες αργότερα, παραδόθηκε στην αστυνομία. Δοκίμασε να αρχίσει μια νέα σχέση. Απέτυχε. Διαγνώσθηκε ότι έπασχε από κατάθλιψη κι είχε αυτοκτονικές τάσεις. Εισήλθε σε ψυχιατρική κλινική. Το συμβόλαιο κατοικίας του τερματίστηκε διότι δεν πλήρωνε. Το 2006, πήγε να μείνει με φίλους στο Σέελτσε, κοντά στο Ανόβερο. Κι εκεί ήταν υπόδειγμα ήσυχου ανθρώπου. Στα τέλη του 2006, αρχές του 2007, μετακόμισε σε ένα μικρό, επιπλωμένο δυάρι στο Ανόβερο. Ζούσε σαν ερημίτης, διαβάζοντας πολύ και μετακινούμενος με ποδήλατο. Έπαιρνε επίδομα ανεργίας. Μιλούσε με τον ιδιοκτήτη του σπιτιού και στους συμβούλους στο ταμείο ανεργίας για τις ευκαιρίες που του παρουσιάζονταν. Αλλά στα 58 του, δεχόταν προσφορές μόνο για μερική απασχόληση και σχεδόν αποκλειστικά από εταιρίες αμφιβόλου βιωσιμότητας και αντικειμένου. Η υπηρεσία εξεύρεσης εργασίας δεν μπορούσε να βοηθήσει. Του είπαν να ζητήσει πρόωρη σύνταξη. Αρνήθηκε: “δεν είμαι υποψήφιος για σύνταξη”. Ήλπιζε ακόμα ότι θα έβρισκε μια καλή και σταθερή δουλειά.
Τον Οκτώβριο του 2007 το επίδομα ανεργίας του Χανς-Πέτερ Τσ. μειώθηκε στα 347 ευρώ το μήνα. Ο άλλοτε επιτυχημένος επιχειρηματίας ήταν αναγκασμένος να ζητήσει τη συμβολή της πρόνοιας. Δεν το έκανε. Είπε ευφορικά στον σπιτονοικοκύρη του ότι επιτέλους βρήκε μια δουλειά στην Κολωνία, στην ειδικότητά του, τη διοργάνωση εκθέσεων και συνεδρίων. Πλήρωσε το τελευταίο ενοίκιο κι άφησε το δυάρι. Ζήτησε να του κρατήσουν μερικές κούτες. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που εθεάθη ζωντανός.
Στα μέσα Νοεμβρίου, έκανε με το ποδήλατό του κάπου 100 χιλιόμετρα ως ένα καταφύγιο για περιπατητές σε ένα από τα δάση της Κάτω Σαξωνίας. Άφησε κάπου το ποδήλατό του και συνέχισε με τα πόδια. Όταν έφθασε, με μια τσάντα κι ένα μπουκάλι νερό, το είχε αποφασίσει. Δε θα έφευγε ζωντανός. Στο ημερολόγιό του κατέγραψε πώς τα όργανά του σταμάτησαν σταδιακά να λειτουργούν, πώς άρχισε να χάνει τις αισθήσεις του, την ικανότητα και την διάθεση να σκέφτεται. Έχασε την αίσθηση του χρόνου. Την 6η Δεκεμβρίου νόμιζε ότι είναι Χριστούγεννα. Στο τελευταίο του κείμενο έγραψε ότι θα ήθελε να ρίξουν τα απομεινάρια του στη θάλασσα.
Δεν έλειψε σε κανέναν. Τον βρήκαν κυνηγοί.
Ο 58χρονος Χανς-Πέτερ Τσ. φαίνεται πως είχε εσωτερικεύσει όλες τις “αξίες” που προβάλλουν οι επιχειρήσεις: δεν εργαζόταν για να ζήσει, ζούσε για να εργάζεται. Κι όταν η κοινωνία του στέρησε τα μέσα για να δουλέψει, ο κόσμος του κατέρρευσε. Ήταν πολύ περήφανος για να πάρει βοήθημα από την πρόνοια, να ζητήσει σύνταξη, ή να δουλέψει για μικροαπατεώνες. Κι έτσι, με την υποδειγματική πειθαρχία που τον διέκρινε στην ζωή και την δουλειά του, αποφάσισε να τερματίσει την ύπαρξή του. Ο Μίκαελ Μανς της Πανεπιστημιακής Ιατρικής σχολής του Ανόβερου υπερθεματίζει: “πρέπει να είναι πολύ πειθαρχημένος κανείς για να τερματίσει τη ζωή του με αυτόν τον τρόπο”. Εξηγεί ότι αρχικά, το σώμα καίει όλα τα λίπη, μετά αντλεί θρεπτικά συσταστικά από τους μύες, παρουσιάζει ελλείψεις σε βιταμίνες, πρωτεΐνες κι ηλεκτρολύτες, το επίπεδο του ουρικού οξέως αυξάνεται, σχηματίζεται πέτρα στους νεφρούς, προκαλούνται κολικοί, το κυκλοφοριακό αποδυναμώνεται, το αίμα πήζει και συγκεντρώνεται, το σώμα αφυδατώνεται πλήρως. Ο οργανισμός καταρρέει εντελώς, σημειώνονται συνεχείς έντονοι πόνοι στο στομάχι, οι μύες σχεδόν διαλύονται κι επέρχεται αναισθησία. Τελικά, ο οργανισμός παραδίδεται, συνήθως από καρδιακή ανεπάρκεια. Ο Χανς-Πέτερ Τσ. τα πέρασε όλα. Τον βρήκαν σε μια στάση σα να κοιμόταν.
Ο Ντίτμαρ Χένινγκ γράφει ότι πέρα από προσωπική τραγωδία, ο θάνατος του 58χρονου αποτελεί επίσης καταγγελία της μοίρας που επιφυλάσσει στους ανέργους η κοινωνία και οι κρατικές δομές στη Γερμανία. Οι “μεταρρυθμίσεις” που είχε εισαγάγει το SPD του Γκέρχαρντ Σρέντερ (κόμμα το οποίο εγκαλούσαν στα τέλη της περασμένης χρονιάς για εγκατάλειψη της “γραμμής” του υψηλού πρώην ηγέτη του ορισμένοι παρατηρητές) σήμαναν ότι οι μεσήλικες που εργάζονταν όλη τους τη ζωή αντιμετώπισαν σε μαζική κλίμακα την μετατροπή τους σε ανέργους και την υπαγωγή τους στις κοινωνικές υπηρεσίες πρόνοιας. Το πακέτο Hartz IV προβλέπει μια διαδικασία για τη λήψη των επιδομάτων που λίγο απέχει από την δημόσια διαπόμπευση. Για να κριθεί κανείς δικαιούχος, πρέπει να δώσει αναλυτικές πληροφορίες για την περιουσία του. Δεν πρέπει να έχει καμμίας μορφής κατάθεση κι οφείλει να αποδέχεται οποιαδήποτε δουλειά, όπου κι αν του προσφέρεται κι όποιο κι αν είναι το αντικείμενό της. Ουσιαστικά, οι άνεργοι, εκ των οποίων σχεδόν 1 εκατ. άνω των 50, υφίστανται καθημερινές ταπεινώσεις.
Ο θάνατος του Χανς-Πέτερ Τσ. προκάλεσε εκτός των άλλων κι έναν πόλεμο εκδοτών και στούντιο που διεκδικούν το ημερολόγιό του και τα πνευματικά δικαιώματα της ιστορίας του: κατά γερμανικά μέσα ενημέρωσης στην κόρη του προσφέρθηκε ένα πενταψήφιο ποσό. Είναι άγνωστο αν οι αίφνης ενδιαφερόμενοι, ή οι παράγοντες της Γερμανικής κοινωνίας γενικότερα, αντιλαμβάνονται, ή όχι, την ομοιότητα με το Θάνατο του Εμποράκου του Άρθουρ Μίλερ, τους παραλληλισμούς με τις πραγματικότητες της Αμερικής μετά το κραχ του 1929.
Reality show.
12 07 2008
Η διολίσθηση της πολιτικής σε διαχείριση της εικόνας εφαρμόζεται ταχύρρυθμα στη Γαλλία. Ο téléprésident, με την χαρακτηριστική ορμή που του δίνει η ακόρεστη πείνα του για εξουσία, έχει βαλθεί να ελέγξει τα μέσα ενημέρωσης όσο περισσότερο μπορεί, με λίγη βοήθεια απ’ τους φίλους του, που έλεγε και το τραγούδι.
ΨΠ.
09 07 2008
Ήταν ο 69χρονος Τζων Πίλτζερ που απένειμε στον Παλαιστίνιο Μοχάμεντ Όμερ το Martha Gellhorn Prize for Journalism για την εφετινή χρονιά. Στα 24 του, ο Όμερ είναι ο νεώτερος δημοσιογράφος στον οποίο έχει αποδοθεί ποτέ το εν λόγω βραβείο, που θεσμίστηκε για να τιμώνται όσοι συμβάλλουν στην αποκάλυψη ψευδών που διασπείρουν κρατικοί και στρατιωτικοί μηχανισμοί στην διάρκεια πολέμων. Στον Πίλτζερ ανατέθηκε, επίσης, η συγγραφή του ρεπορτάζ της εφημερίδας Guardian που διεκτραγώδησε τη σύλληψη, το βασανισμό και την κατατρομοκράτηση του Παλαιστίνιου δημοσιογράφου από Ισραηλινούς στρατιωτικούς και πράκτορες της Σιν Μπετ όταν επέστρεψε στα κατεχόμενα. Το γεγονός ότι συνοδευόταν από Ολλανδούς διπλωμάτες δεν τον ωφέλησε σε τίποτε.
O Όμερ είναι ένας από τους ελάχιστους γνωστούς στα mainstream δυτικά μέσα δημοσιογράφους και φωτορεπόρτερ που έχουν απομείνει στο κολοσσιαίων διαστάσεων στρατόπεδο συγκέντρωσης που αποτελεί σήμερα η Γάζα. Η απόπειρα κατατρομοκράτησης και ταπείνωσής του δεν μπορεί να θεωρηθεί κατά κανένα τρόπο τυχαία. Τον Απρίλιο, ο εικονολήπτης του Reuters Φαντέλ Σάνα, που από μια σατανική σύμπτωση ήταν επίσης 24 ετών, είχε πέσει νεκρός από πυρά άρματος μάχης του Ισραηλινού στρατού—περιστατικό για το οποίο, παρά τα επανειλημμένα διαβήματα του ειδησεογραφικού πρακτορείου, το επιτελείο απαξίωσε να δώσει εξηγήσεις. Από στρατιωτικής σκοπιάς, τα κίνητρα των ενεργειών αυτών είναι διάφανα: εντάσσονται στις όλο και πιο σημαντικές επιχειρήσεις ψυχολογικού/πληροφοριακού πολέμου.
. . . . . . . . . . . . . . .
Σχετικά κείμενα: Σύλλογος Αλληλεγγύης στον Παλαιστινιακό Λαό ‘Ιντιφάντα’ (ο οποίος τον είχε καλέσει στην Ελλάδα)· Οργή Λαού· Αντί weblog· Κ. Ράπτης για το Σκάι.gr (ένα, δύο)· Νέα από την Παλαιστίνη· Tρικλοποδιές· Peacenik.
Φωνές.
05 07 2008
Τερέσα Μπαουτίστα Μερίνο, ετών 24, και Φελίσιτας Μαρτίνες Σάντσες, ετών 21. Παραγωγοί του Radio Copala, του νέου ραδιοφωνικού σταθμού του αυτόνομου δήμου Σαν Χουάν Κοπάλα, στην Οαχάκα του Μεξικού. Οι δύο νέες, πέραν των εκπομπών που έκαναν στα ισπανικά και τη γλώσσα των ιθαγενών Τρίκι, ήταν οι “φωνές” όλων των μηνυμάτων του σταθμού. Οι μεταδόσεις άρχισαν τον Ιανουάριο. Τον Απρίλιο, η Τερέσα κι η Φελίσιτας δολοφονήθηκαν από τάγμα θανάτου που πιστεύεται ότι έχει δράσει και για λογαριασμό του διαβόητου κυβερνήτη της επαρχίας, Ουλίσες Ρουίς.
Δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα της εξέγερσης στην Οαχάκα, ο “βρώμικος πόλεμος” των ανθρώπων του Ρουίς καλά κρατεί.
Ζενίθ.
04 07 2008
140 οργανώσεις με περίπου 1,5 εκατομμύριο μέλη: η ρωσική ακροδεξιά αν μη τι άλλο γνωρίζει μεγάλη άνθηση τα τελευταία χρόνια. Η πολιτική και κοινωνιολογική σημασία του εθνικιστικού φαινομένου στη, ραγδαία μεταλλαχθείσα σε κρίσιμο πυλώνα του διεθνούς καπιταλισμού, χώρα δεν έχει αναλυθεί επαρκώς, όμως η εξέλιξή του είναι μετρήσιμη σε απόλυτους —και μακάβριους— αριθμούς: των θυμάτων των σκίνχεντς. Από την 1η Ιανουαρίου έως την 21η Ιουνίου εφέτος, στη Ρωσία έχουν βρει το θάνατο 69 άνθρωποι κι άλλοι 170 έχουν τραυματισθεί σε 152 ξενοφοβικές επιθέσεις, δήλωσε προ ημερών στο Interfax ο διευθυντής του μοσχοβίτικου Γραφείου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Αλεξάντερ Μπροντ.
Οι Ρώσοι υπερεθνικιστές έχουν θράσος: πέρυσι το καλοκαίρι, διανεμήθηκε μέσω του διαδικτύου πριν αποσυρθεί 24 ώρες αργότερα ένα βίντεο στο οποίο απεικονίζονταν οι εκτελέσεις δυο ανθρώπων, ενός από το Νταγκεστάν κι ενός από το Τατζικιστάν, δι’αποκεφαλισμού και πυροβολισμού εξ επαφής αντίστοιχα, υπό τη σκιά ενός λάβαρου διακοσμημένου με τη σβάστικα. Την ευθύνη διεκδίκησε το αυτοαποκαλούμενο “Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Ρωσίας”, το οποίο σε προκήρυξή του, που δημοσιεύθηκε σε τσετσενικό διαδικτυακό τόπο, διακήρυξε την πρόθεσή του να “αποκαθάρει τη Ρωσία” από τους ξένους. Οι Ρωσικές αρχές, τουλάχιστον στο επίπεδο των επίσημων προθέσεων, μοιάζουν να αναγνωρίζουν (μετά από χρόνια διαψεύσεων και ισχυρισμών ότι πρόκειται απλώς περί “χουλιγκανισμών”) ότι κάποιο πρόβλημα υπάρχει κι έχουν αναλάβει κάποια δράση: τον Ιούνιο, η αστυνομία ανακοίνωσε ότι εξάρθρωσε 11 εξτρεμιστικές οργανώσεις και συνέλαβε 53 ανθρώπους στους οποίους αποδίδονται κάπου 40 επιθέσεις σε πολίτες ή μετανάστες με “μη Σλαβικά” χαρακτηριστικά.
Για τον Εμίλ Πέιν, διευθυντή έρευνας για τον εξτρεμισμό και την ξενοφοβία στο Ινστιτούτο Κοινωνιολογίας, η διάλυση του πολυεθνικού κράτους που ήταν η Σοβιετική Ένωση προκάλεσε πολλαπλές κρίσεις ταυτότητας στους λαούς που τη συναποτελούσαν, με τις απειράριθμες νέες εθνότητες και μειονότητες να έχουν η καθεμιά την δική της ιδεολογία και όραμα για το ποιος είναι ο “εχθρός”. Η θεωρία της περικύκλωσης, που αποτελούσε μέρος της επίσημης ιδεολογίας (και) τη σοβιετική εποχή (κάτι όχι πολύ εσφαλμένο, ανεξαρτήτως του πώς χρησιμοποιήθηκε ή χρησιμοποιείται σήμερα) μαζί με την καταστροφή της οικονομικοκοινωνικής σταθερότητας που σήμανε η ταχύρρυθμη μετάβαση της μετασοβιετικής Ρωσίας στον καπιταλισμό τύπου καζίνο ενέτεινε τις εθνικιστικές εξάρσεις, κατέστησε τους μετανάστες και τις μειονότητες “στόχους” σε πολλές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Η Ρωσία δεν αποτελεί εξαίρεση: ο πολιτικός αναλυτής Μαξίμ Κρανς σημειώνει ότι πολλοί Ρώσοι “έπαθαν σοκ” όταν πρωτοείδαν σκίνχεντς με περιβραχιόνια διακοσμημένα με τροποιημένες σβάστικες στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Επρόκειτο, είχε λεχθεί τότε, για κάτι αδύνατον στη χώρα που υπέστη τις περισσότερες απώλειες στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο από τη Ναζιστική Γερμανία και κατοικείται από 100 και πλέον εθνότητες. Δυστυχώς, έγραψε νωρίτερα εφέτος ο Κρανς, πλανήθηκαν πλάνη οικτράν: όχι μόνο οι νεοναζί κάνουν θραύση, αλλά οι αρχές μοιάζουν να παραγνωρίζουν το μέγεθος του προβλήματος ενώ ένα από τα κορυφαία στελέχη της αστυνομίας “αγνοεί ηρωικά” τα γεγονότα εδώ και χρόνια. Μάλιστα, τον Απρίλιο του 2007, όταν οι νεοναζί τίμησαν την ημέρα της γέννησης του Αδόλφου (του γνωστού) σε μια πορεία με άδεια (!) των αρχών, υπήρξε τουλάχιστον ένα πανεπιστήμιο που συμβούλευσε συνετά τους ξένους φοιτητές του “να μείνουν στους ξενώνες τους”, όπως είχε σημειώσει ένας ανταποκριτής.
Προοδευτικά, στόχοι των ρώσων σκίνχεντς καθίστανται πλέον όχι κυρίως, όπως τα προηγούμενα χρόνια, οι ξένοι, κι ειδικά οι μαύροι και σκουρόχρωμοι, φοιτητές, αλλά οι μετανάστες και οι ρώσοι πολίτες από πρώην σοβιετικές κεντρασιατικές δημοκρατίες, όπως η Κιργιζία, το Ουζμπεκιστάν και το Τατζικιστάν, καθώς και τον Καύκασο. Πεδία δράσης τους αποτελούν οι δυο σημαντικότερες ρωσικές μεγαλουπόλεις: η πρωτεύουσα κι η Αγία Πετρούπολη —γενέτειρα του πρώην προέδρου και νυν πρωθυπουργού, Βλαντίμιρ Πούτιν (περισσότερα γι’ αυτόν σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα σε λίγο)—, καθώς και οι περιφέρειες Σβέρντλοφσκ και Ουλιάνοφσκ, στο Βόλγα. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι προνομιακός χώρος δράσης των νεοναζιστικών οργανώσεων, που πια κάνουν σαφείς τις προθέσεις τους ανοικτά, είναι τα γήπεδα: ειδικά αυτό της Ζενίτ, της ομάδας της Αγίας Πετρούπολης το όνομα της οποίας βρέθηκε στα χείλη ουκ ολίγων αθλητικογράφων αυτό το καλοκαίρι εξ αιτίας του ποδοσφαιριστή Αντρέι Αρσάβιν, αντικειμένου συζητήσεων και διαπραγματεύσεων που συμπεριλαμβάνουν αρκετά μηδενικά. Ο Ολλανδός προπονητής του συλλόγου, που εφέτος θριάμβευσε σε μια διεθνή διοργάνωση, αρχικά παραδέχθηκε ανοικτά, αλλά εν συνεχεία “μάζεψε” εσπευσμένα, ότι μεταξύ των οπαδών της ομάδας, χορηγός της οποίας είναι η Γκάζπρομ, δρουν ακραιφνείς ρατσιστές που δεν τους “αρέσουν” οι μαύροι παίκτες. H “δέσμευση” της διοίκησης της ομάδας ότι θα “επιμορφώσει” τους οργανωμένους οπαδούς της για το θέμα του ρατσισμού μοιάζει μάλλον με κακόγουστο αστείο σε μια πόλη που από συνώνυμη της πάλαι ποτέ τσαρικής και σοβιετικής πολιτισμικής αίγλης έχει καταστεί ο σημαντικότερος χώρος δράσης των Ρώσων νεοναζί.
O κλειδοκράτορας της εξουσίας στη Ρωσία (και λόγω απολυταρχικού προφίλ και επαναφοράς του Ρωσικού μεγαλοϊδεατισμού ίνδαλμα μέρους της ελληνικής ακροδεξιάς), Βλαντίμιρ Πούτιν, είτε από τη θέση του προέδρου είτε από αυτήν του πρωθυπουργού, και μεγάλο μέρος του ρωσικού πολιτικού προσωπικού, εκμεταλλεύονται το φαινόμενο όπως τους βολεύει περισσότερο κατά περίσταση: ο χώρος του ακροδεξιού εξτρεμισμού αποτελεί, έτσι, “μπαμπούλα” ή γούρνα με θολά νερά προς αλίευση ψήφων. Ο πρώην σταθμάρχης των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών στη Δρέσδη κι επικεφαλής της KGB είχε, το 2005, ζητήσει “συγχώρεση” από τα θύματα του ναζισμού για την εμφάνιση νεοναζί στη Ρωσία (οι περισσότεροι έλληνες δημοσιογράφοι τότε μάλλον είχαν χαθεί στη μετάφραση), πριν οι άνθρωποί του καταγγείλουν ως νεοφασίστα όποιον τους έκανε κέφι, ενώ, το 2007, καλούσε να ενταθεί ο αγώνας εναντίον της απειλής του “εξτρεμισμού και του ρατσισμού” και της “τρομοκρατίας”, μαζί και ταυτοχρόνως, παρά το γεγονός ότι στα κόμματα τα οποία τον υποστηρίζουν έχουν βρει καταφύγιο αρκετοί ακροδεξιοί. Και ο ίδιος δεν μένει ασυγκίνητος μπροστά στα ωφέλη της σωβινιστικής ρητορικής: το 2006 δεσμευόταν να προστατεύσει τα συμφέροντα των “γηγενών Ρώσων”.
[Σατανικές συμπτώσεις: η εταιρία που είχε παλαιότερα διαθέσει την Vodka Putinka κάνοντας τρελές πωλήσεις το 2006 εισήγαγε τη βότκα Civil Defense, το μπουκάλι της οποίας είχε ως διαφήμιση μια εικόνα από πόστερ του 1932 και της προεκλογικής εκστρατείας του Χίτλερ.]
Καθώς οι ακροδεξιές οργανώσεις συνασπίζονται οραματιζόμενες κάθοδο στις εκλογές, και το συνεχιζόμενο δημογραφικό πρόβλημα της Ρωσίας σημαίνει ότι οι μετανάστες θα συνεχίσουν να έρχονται, το μόνο βέβαιο είναι ότι το πρόβλημα με το ρατσισμό, που έχει φθάσει σε ένα ιστορικό ζενίθ, θα συνεχίσει να εντείνεται στη χώρα.
Αντικειμενική δημοσιογραφία.
27 06 2008
Μία ημέρα αφότου η Λάρα Λόγκαν επιτέθηκε στο CBS για την έλλειψη κάλυψης του πολέμου (στο Ιράκ και το Αφγανιστάν), το δίκτυο αφιέρωσε τα πρώτα 4,5 λεπτά του δελτίου του στον τραυματισμό του γκόλφερ Τάιγκερ Γουντς διότι, σύμφωνα με ανώτατο στέλεχος της παραγωγής, αυτή ήταν η είδηση που είχε “μεγάλη σημασία”, σημειώνει το Media Patrol του Cursor.
Τα παιδιά της χορωδίας.
24 06 2008
Καθώς στην Τουρκία το προσκήνιο καταλαμβάνουν τα ποδοσφαιρικά μεγαλεία, άλλες εξελίξεις περνούν μάλλον απαρατήρητες. Για παράδειγμα, η αθώωση τριών μελών της Παιδικής Χορωδίας του Γενισεχίρ της επαρχίας Ντιάρμπακιρ, που είχαν διωχθεί διότι τραγούδησαν ένα εμβατήριο στα κουρδικά ενώ βρίσκονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το εμβατήριο για το οποίο διώχθηκαν οι Σερβάν Γιλμάζ, 16 ετών, Γκεχάν Οκ, 17, και Βεϋσέλ Μαμούκ, 16, ως μέλη ή υποστηρικτές τρομοκρατικής οργάνωσης, ήταν, σύμφωνα με εισαγγελέα, ύμνος του ΡΚΚ· στην πραγματικότητα, το Ey Raqip είναι έργο ενός Ιρανού Κούρδου ποιητή, του Ντιλντάρ, που είχε χρησιμοποιηθεί ως ύμνος της θνησιγενούς Δημοκρατίας του Μαχαμπάντ και, πλέον, αποτελεί τον ύμνο του αυτόνομου κουρδικού θύλακα του βορείου Ιράκ.
Η δίωξη των παιδιών της χορωδίας αποτέλεσε ένα ακόμη επεισόδιο στη λεγόμενη “σύγκρουση χαμηλής έντασης” που αποτελεί το Κουρδικό—και της παράνοιας που επιβάλλει στον πληθυσμό της χώρας ολόκληρης. Η οποία καλά κρατεί: για νιοστή φορά, η τρέχουσα ενσάρκωση του μετριοπαθούς πολιτικού σκέλους του κουρδικού κινήματος για την αναγνώριση των πολιτικών δικαιωμάτων της μειονότητας βρίσκεται υπό την απειλή απαγόρευσης.
. . . . . . . . . . . . . . . .
Το τι σημαίνει η παράνοια αυτή συνήθως αποτελεί μια διάσταση που παραλείπεται από τις αναλύσεις για τα γεγονότα στην Τουρκία κι ειδικότερα το νοτιοανατολικό της κομμάτι, συν μεγάλο μέρος του βορείου Ιράκ, όπου ο τουρκικός στρατός έχει εισβάλει αμέτρητες φορές τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Απροσμάχητοι πρωταγωνιστές είναι τα γεωπολιτικά συμφέροντα διαφόρων “παικτών”, όχι οι άνθρωποι που ζουν τις συνέπειές τους. Όπως αφαιρετικά το είχε θέσει ένας πρώην έφεδρος πυροβολητής του τουρκικού στρατού,
“Ένα από τα παιδιά στο Μπαϊράκτεπε αποκοιμήθηκε και τη νύχτα εκείνοι διείσδυσαν στις γραμμές μας κι έκοψαν δύο κεφάλια δικών μας παιδιών. Την επόμενη μέρα πήγαμε να δούμε τι έγινε και βρήκαμε νεκρούς ένα αγόρι και δύο κορίτσια 17-18 ετών, τρομοκράτες. [. . .]
Αργότερα παραδόθηκαν τρία κορίτσια. [. . .] Όλες τους είχαν τελειώσει το πανεπιστήμιο, πολιτικές επιστήμες, δημόσιες σχέσεις. Τις ρωτήσαμε γιατί [. . .]. Άλλη για την περιπέτεια, άλλη εξ αιτίας του φίλου της. Η μια για παράδειγμα ήταν γιατρός [. . .]. Οι υπολοχαγοί και οι λοχαγοί μας τις ρώτησαν γιατί ξεσηκώθηκαν για κάτι τέτοιο. Εκείνες απάντησαν ότι τους στερούσαν την ελευθερία και τα δικαιώματά τους. Κι εκείνες είχαν μετανιώσει. Είχαν πολύ δίκιο από την πλευρά τους, αλλά μόλις νυχτώσει εσύ ρίχνεις σε μένα κι εγώ σε σένα”.
Nadire Mater, Το βιβλίο του Μεχμέτ: Οι Στρατιώτες που Πολέμησαν στη Νοτιοανατολική Τουρκία Αφηγούνται, μετάφραση Φραγκώς Καραογλάν & Ηλία Κολοβού, εκδ. Κατάρτι, Αθήνα 2004, σ. 348.
Δέσμευση.
20 06 2008
Σέλσο Πόχας, ετών 45, γενικός γραμματέας της ένωσης αγροτών της πόλης Νταβάο των Φιλιππίνων. Νωρίς το πρωί της 15ης Μαΐου, του τέλειωσαν τα τσιγάρα. Είχε μπροστά του μια πολυάσχολη ημέρα. Θα συναντιόταν με μέλη οργανώσεων και εκτοπισμένους από το στρατό για να συζητήσουν για τις κινητοποιήσεις που προγραμμάτιζαν. Βγήκε να πάρει ένα πακέτο. Aυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που έκανε: τον περίμεναν πέντε εκτελεστές.
Σύμφωνα με την οργάνωση Karapatan (“Δικαιώματα”), το 2007 στις Φιλιππίνες δολοφονήθηκαν 69 πολιτικοί ακτιβιστές, 280 συνελήφθησαν παράνομα, ενώ 2.194 έγιναν στόχος απειλών κατά της ζωής τους. Από την 21η Ιανουαρίου 2001, όταν την διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε η πρώην συμμαθήτρια του Μπιλ Κλίντον Γκλόρια Αρόγιο, έως την 31η Μαρτίου εφέτος, τουλάχιστον 903 άνθρωποι δολοφονήθηκαν (.pdf, περίπου 2 ΜΒ) από εκτελεστές που πιστεύεται ότι ανήκουν στις τάξεις του στρατού κι άλλοι 193 “εξαφανίσθηκαν” χωρίς ίχνος.
Ένα μήνα και κάτι πριν ο Πόχας πέσει νεκρός από τα πυρά των πιστολάδων, ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Μανίλα, Άλισταιρ ΜακΝτόναλντ, δήλωνε πομπωδώς ότι
“H ΕΕ θέλει να βοηθήσει το λαό των Φιλιππίνων—την κυβέρνηση και την κοινωνία των πολιτών—να συνεργασθούν για να τεθεί ένα τέλος στις εξωδικαστικές δολοφονίες και να κατονομαστούν και να προσαχθούν στην δικαιοσύνη οι δράστες”.
Η Ευρωπαϊκή “βοήθεια” αποδεικνύεται το δίχως άλλο καθοριστική· τουλάχιστον για την συγκάλυψη της ευθύνης της προέδρου για το συνεχιζόμενο μακελειό. Η ρητορική των υποστηρικτών της Αρόγιο στις Βρυξέλλες και στην Ουάσινγκτον ξεπερνά το συνηθισμένο όριο υποκρισίας: ανακοινώνουν ότι συνεργάζονται με τους εγκεφάλους της εκστρατείας κρατικής τρομοκρατίας και πολιτικών φόνων για να τη. . . “σταματήσουν”. Τη στάση της κυβέρνησης των Φιλιππίνων είχε σχολιάσει σκωπτικά πέρυσι ο ειδικός ερευνητής του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών Φίλιπ Άλστον χαρακτηρίζοντάς την “βαθιά σχιζοφρενική”. Ο ισχυρισμός ότι πολλές δολοφονίες είναι “έργο των κομμουνιστών” που “εκκαθαρίζουν τις γραμμές τους” αποτελεί την καραμέλα των ανώτατων αξιωματικών του στρατού, που διοικούν τα τάγματα θανάτου. Όπως κι η “δέσμευση” της προέδρου Αρόγιο ότι το ζήτημα θα αντιμετωπισθεί πάραυτα.
