1.056.
22 11 2007
Δέκα καλλιεργητές βαμβακιού, όλοι 30 και κάτι, στην περιοχή Βιντάρμπα του ομόσπονδου ινδικού κρατιδίου Μαχαράστρα, αυτοκτόνησαν τις τελευταίες τέσσερις ημέρες. Ο ισχυρισμός των τοπικών αρχών ότι ο αριθμός των αγροτών που αυτοκτονούν στην περιοχή μειώθηκε κατά 40% εφέτος προσκρούει στην πραγματικότητα. Από τον Ιανουάριο έως σήμερα, οι αυτόχειρες αγρότες στην περιοχή, γράφει ο Αρουνκούμαρ Μπατ στην εφημερίδα The Hindu, φθάνουν τους 1.056. Πέρυσι, οι αυτόχειρες αγρότες ήταν επισήμως 1.442—πιθανώς πολύ περισσότεροι: κατά το ρεπορτάζ του Σμρούτι Κοπικάρ για το περιοδικό Outlook India, έφθασαν τους τουλάχιστον 1.520.
Τα απονενοημένα διαβήματα των αγροτών στη Βιντάρμπα καταγράφονται σε μαζικούς αριθμούς από το 1997, όταν προωθήθηκαν και άρχισαν να εφαρμόζονται οι περιλάλητες μεταρρυθμίσεις “απελευθέρωσης” του πρωτογενούς τομέα. Η σταδιακή απάλειψη των επιδοτήσεων και η δραστική μείωση των δασμών (αντίθετα με όσα συμβαίνουν στις χώρες που προπαγανδίζουν την παγκοσμιοποίηση, π.χ. στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η επιδότηση του βαμβακιού φθάνει το 50% του κόστους παραγωγής), καθώς και άλλα κυβερνητικά μέτρα οδήγησαν σε υπερχρέωση τον πληθυσμό των αγροτών, ειδικά τους οικονομικά ασθενέστερους. Στην επιρρεπή σε ξηρασίες Μαχαράστρα, καλλιέργειες όπως αυτή του βαμβακιού ή του ζαχαροκάλαμου, που προωθήθηκε εναλλακτικά, είναι ιδιαίτερα ευάλωτες· περίπου δύο εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται σήμερα υπό την δαμόκλειο σπάθη της οριστικής χρεωκοπίας.
Το κοινωνικό φαινόμενο των μαζικών αυτοκτονιών των αγροτών έχουν ερευνήσει έως σήμερα επτά επιτροπές, και μια όγδοη άρχισε την δική της μελέτη για το πρόβλημα πρόσφατα. Ο Κίσορ Τιουάρι της VJAS έχει τις αμφιβολίες του για την αξία άλλου ενός τέτοιου εγχειρήματος: “σε τι ωφελεί το ότι συστήνονται κι άλλες επιτροπές, όταν η κρατιδιακή κυβέρνηση δεν εξετάζει ούτε καν μισοσοβαρά το ενδεχόμενο να εφαρμόσει τις συστάσεις που έκαναν οι προηγούμενες; Τι νόημα έχει, αν η κυβέρνηση εθελοτυφλεί μπροστά στην ίδια την αγροτική κρίση;”, διερωτάται.
Τον Μάιο του 2006, η τοπική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι θα δάνειζε χρήματα με “ευνοϊκούς όρους” στους αγρότες για να αγοράσουν μηχανάκια, για να μπορούν να μετακινούνται ευκολότερα και ταχύτερα. Ο Τιουάρι σχολίαζε τότε σαρκαστικά πως το μέτρο μάλλον αποσκοπούσε στο να πλουτίσουν κάποιοι που εμπορεύονται δίκυκλα στην περιοχή. Περίπου την ίδια εποχή, ο Τσάντρα Μπαν πέθανε στο νοσοκομείο, δύο ημέρες αφότου αυτοπυρπολήθηκε διότι οι απαιτήσεις των πιστωτών του τον εξώθησαν στα άκρα. Η γυναίκα του, Ρέχα Μπαν, δήλωνε τότε έξαλλη μαζί του: “έχω να φροντίσω τα δύο μας παιδιά, τους γέρους γονείς του—και να ξεπληρώσω και τα χρέη του”.

