Φως.

30 12 2007

Ιβάν Ναβάρο, ετών 35, καλλιτέχνης. Το τελευταίο του έργο εκτίθεται σε μια γκαλερί στο Σαντιάγο έως την 31η Ιανουαρίου. Οι επισκέπτες παίρνουν στην είσοδο ένα βιβλίο κι ένα δαυλό. Η αίθουσα είναι σκοτεινή. Αντιλαμβάνονται το νόημα όταν ανάψουν το δαυλό.

Είναι ένα τεράστιο παζλ με τα ονόματα—και τα εγκλήματα—332 βασανιστών και δολοφόνων του δικτατορικού καθεστώτος του Αουγκούστο Πινοτσέτ, που έως σήμερα παραμένουν ελεύθεροι κι ατιμώρητοι.

Ένα άλλο έργο του Ναβάρο είναι αφιερωμένο στον Βίκτορ Χάρα.

Bayerische Blues.

25 12 2007

Νόρμπερτ Ράιτχοφερ, διευθύνων σύμβουλος της BMW, 50 ετών. Κατά το Spiegel Online, παρά τα εντυπωσιακά βελτιωμένα αποτελέσματα της εταιρίας το 2007—συνολικά ο όμιλος ανέμενε πωλήσεις-ρεκόρ, αυξημένες 8,3%, και έσοδα επηυξημένα κατά 13,2%, σύμφωνα με ανακοινωθέν του—, αποφάσισε να απολύσει χιλιάδες εργαζομένους στα εργοστάσια του στη Γερμανία, σε μια προσπάθεια να αυξήσει τα περιθώρια κέρδους του (“μόλις” 6%). Οι πρώτοι υπολογισμοί έκαναν λόγο για 8.000 προσεχώς απολυμένους. Οι “αγορές” αντέδρασαν θετικά: μέσα σε μια ημέρα, την Παρασκευή, οι μετοχές της εταιρίας σημείωσαν άνοδο 4,3%. Η διοίκηση της εταιρίας φρόντισε να αποφύγει απευθείας σύγκρουση με τα συνδικάτα: αυτοί που θα φύγουν, έσπευσε να διαβεβαιώσει, θα είναι συμβασιούχοι, ενώ οι 107.700 δικοί της εργαζόμενοι διατηρούν τις θέσεις τους. Οι περισσότεροι συμβασιούχοι απασχολούνται στο εργοστάσιο της Λειψίας. Ανατολικογερμανοί. Ποιος νοιάζεται. Ο Ράιτχοφερ λέει ότι με τις απολύσεις θα “εξοικονομηθούν” 6 δις ευρώ. Το βασικό συνδικάτο των εργαζομένων στην αυτοκινητοβιομηχανία, IG Metal, περιορίσθηκε να ανακοινώσει ότι “δεν εξεπλάγη”.

Η παγκοσμιοποιημένη αυτοκινητοβιομηχανία έχει απολύσει εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους, 200.000 μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα τελευταία δύο χρόνια∙ αντ’αυτών, αγοράζει ρομπότ.

Ναρέντρα Μόντι, πρωθυπουργός στο ομόσπονδο Ινδικό κρατίδιο Γκουτζάρατ, πολύφερνο στέλεχος της RSS—της οργάνωσης που διέταξε την δολοφονία του Μαχάτμα Γκάντι—και του BJP, του οποίου πολλά στελέχη ονειρεύονται να βομβαρδίσουν με πυρηνικά το Πακιστάν και να “αποκαθάρουν” τη χώρα από τους Μουσουλμάνους. Σε μερικές ώρες, θα γίνει γνωστό εάν επανεξελέγη στο θώκο στις εκλογές που έγιναν σε δύο γύρους. Το “μικρό πρόβλημα”—η σαρκαστική διατύπωση ανήκει στο περιοδικό The Economist—της σφαγής που ενορχήστρωσε το 2002 με πάνω από 2.000 νεκρούς όχι μόνο δεν τον προβλημάτισε, αλλά τον κατέστησε βέβαιο για τη νίκη του: στην προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση, το ποσοστό του είχε αυξηθεί κατακόρυφα εκεί ακριβώς όπου είχαν σημειωθεί οι χειρότερες βαρβαρότητες. Ο μειλίχιος Μόντι δεν το λέει, αλλά όλοι ξέρουν ότι θέλει κάποτε να γίνει ομοσπονδιακός πρωθυπουργός.

“Αν υποθάλπεις έναν τρομοκράτη, είσαι εξ ίσου ένοχος με τον τρομοκράτη”, δήλωνε ο Τζωρτζ Ουώκερ Μπους την 28η Σεπτεμβρίου 2001.

Αν ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών εννοούσε όσα έλεγε, θα έπρεπε να έχει αυτοσυλληφθεί εδώ και πολύ καιρό.

“Ιδού ο νέος αρχηγός του στρατού μου. Μου είναι εντελώς πιστός. Αν του ζητήσω να σηκωθεί, θα σηκωθεί. Αν του πω να κάτσει, θα κάτσει. Αν του ζητήσω να χαιρετήσει, θα χαιρετήσει. Με αυτόν αρχηγό, ο στρατός είναι σε ασφαλή χέρια”. Ήταν 1976 όταν ο αείποτε υπερφίαλος πρωθυπουργός του Πακιστάν Ζουλφικάρ Άλι Μπούτο παρουσίαζε, έτσι, στο Σάχη του Ιράν το νέο Α/ΓΕΕΘΑ των ενόπλων δυνάμεων της χώρας του, Ζία Ουλ Χακ. Ο Ζία έκανε ένα μορφασμό, που παρίστανε το χαμόγελο, με ύφος αθώου προβάτου, χτύπησε τα πόδια σε προσοχή και χαιρέτισε στρατιωτικά. Το 1977, ο στρατηγός που ο Μπούτο είχε διορίσει παρακάμπτοντας άλλους διότι δεν ήταν εξ ίσου πειθήνιοι τον ανέτρεψε· το 1979, τον έστειλε στην αγχόνη.

Ήταν 1998 όταν ο Ναουάζ Σαρίφ διέπραξε το ίδιο σφάλμα: υποσκέλισε δύο υποστράτηγους προκρίνοντας στο ύπατο στρατιωτικό αξίωμα τον αξιωματικό που θεωρούσε ότι θα ήταν ο πιο χειραγωγήσιμος από τον ίδιο, το στρατηγό Περβέζ Μουσάραφ. Μερικούς μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1999, ο Μουσάραφ τον ανέτρεπε και τον εξόριζε από τη χώρα.

Το Νοέμβριο εφέτος, γράφει στο Rediff ο Μπ. Ράμαν, όταν ο πραξικοπηματίας στρατηγός αποχώρησε, δίνοντας μια δακρύβρεκτη παράσταση, από τη θέση του επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων, για να παραμείνει “πρόεδρος”—και με δεδομένη πάντοτε τη στήριξη του υπερατλαντικού “αφεντικού”, όπως τεκμηριώνει στο Foreign Policy In Focus ο Στήβεν Ζιουνς—διορίζοντας στη θέση το στρατηγό Άσφακ Περβέζ Καγιάνι, πρέπει να αναρωτιόταν μήπως κάνει κι αυτός το ίδιο λάθος.

Ίσως γι’ αυτό ανακοίνωσε χθες ότι αναλαμβάνει ο ίδιος προσωπικά την ευθύνη για το πολυτραγουδισμένο πυρηνικό οπλοστάσιο της χώρας—το οποίο, παρεμπιπτόντως, όπως αποκαλύφθηκε πρόσφατα, “βοηθούν” ανιδιοτελώς να φρουρείται οι υπηρεσίες ασφαλείας, ποιων άλλων, των Ηνωμένων Πολιτειών.

Λίγο πριν το θάνατό του, το 1999, ο Ιορδανός μονάρχης Χουσεΐν επέλεξε να εκμυστηρευθεί λεπτομέρειες για τις πολυετείς μυστικές διαπραγματεύσεις του με τους Ισραηλινούς στον Άβι Σλάιμ, τον γεννημένο στη Βαγδάτη και μεγαλωμένο στο Ισραήλ καθηγητή διεθνών σχέσεων στην Οξφόρδη που έμελλε να γράψει τη βιογραφία του—ή μάλλον την αγιογραφία του—με τίτλο Το Λιοντάρι της Ιορδανίας. Ο ηγέτης του μικρού χασεμιτικού βασιλείου, που ίδρυσαν οι Βρετανοί αναθέτοντας την διοίκησή του στον παππού του, και στο οποίο πλειοψηφούν εδώ και δεκαετίες οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες, διακρινόταν πάντοτε για την υποκρισία με την οποία ασκούσε πολιτική: μιλούσε για “δίκαιη λύση” του Μεσανατολικού, αλλά είχε ο ίδιος την ευθύνη για την απώλεια της Ιερουσαλήμ και της Δυτικής Όχθης. Ο πρώην οφθαλμίατρος μετερχόταν οποιουδήποτε μέσου για να διατηρήσει την εξουσία και το βασίλειό του: μια περίοδο, του έφερνε χρήματα με βαλίτσες ο ίδιος ο σταθμάρχης της CIA στο Αμμάν. Ο πόλεμός που ξέσπασε ανάμεσα στον βασιλιά και τον Γιάσερ Αραφάτ και την ΟΑΠ το 1970 οδήγησε στον εκτοπισμό του βασιλιά από τη θέση του αυτοχρισμένου “εκπροσώπου” των εκτοπισμένων Παλαιστινίων. Μετά τη σύναψη της ειρηνευτικής συμφωνίας Ισραήλ-Ιορδανίας, ο Χουσεΐν είχε εκλιπαρήσει τον Γιτζάκ Ράμπιν, τον αδίστακτο στρατιωτικό και πολιτικό με τον οποίο “τα πήγαινε καλά”, να μεσολαβήσει για να παραγραφεί το εξωτερικό χρέος της χώρας του προς τις ΗΠΑ. Προσωπικός φίλος του Σαντάμ Χουσεΐν, ο μονάρχης διοικούσε το αμερικανικό “μυστικό κανάλι” για την πώληση όπλων από την Ουάσινγκτον στη Βαγδάτη στην διάρκεια του πολέμου Ιράν-Ιράκ. Στο νεκροκρέββατό του, γράφει η Μπάρμπαρα Σμιθ στο New Statesman, επέλεξε τον γιο του, Αμπντάλα ΙΙ, και όχι τον αδελφό του, ένα “μάγο” της διπλωματίας που τον υπηρετούσε επί 34 χρόνια και πίστευε ότι θα τον διαδεχόταν δικαιωματικά, ως συνεχιστή της εξουσίας του.

Ο Αμπντάλα συνεχίζει να προβάλλει το βασίλειο και τον εαυτό του ως φυσικό υπερασπιστή των Παλαιστινίων και των Αράβων, μιλά χαμηλόφωνα, εκπέμπει την εικόνα του μετριοπαθούς, σύγχρονου πολιτικού—και συνεργάζεται πιο στενά από κάθε άλλο ηγέτη στην Μέση Ανατολή για τους βασανισμούς κρατουμένων που του στέλνει πακέτο το Λάνγκλεϋ: η GIA, όπως γράφει ο Κραίγκ Γουίτλοκ στην Washington Post, είναι η πιο έμπιστη εταίρος των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών στον Αραβικό κόσμο. Ο Μάλκολμ Σμαρτ της Διεθνούς Αμνηστίας λέει ότι το Αμμάν είναι βασικό συσταστικό του μυστικού παγκόσμιου προγράμματος φυλακίσεων και βασανισμών της κυβέρνησης Μπους.

Καταδίωξη.

09 12 2007

Μάικλ Ράτνερ, ετών 44, δικηγόρος, αναπληρωτής καθηγητής νομικής στο Κολούμπια, συμπαρουσιαστής της ραδιοφωνικής εκπομπής Law & Disorder, πρόεδρος του Κέντρου Συνταγματικών Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Πολιτειών. Τον Οκτώβριο, περίμενε υπομονετικά, μαζί με Γάλλους νομικούς, την άφιξη του πρώην αμερικανού υπουργού Αμύνης Ντόναλντ Ράμσφελντ στο Παρίσι, όπου θα συμμετείχε επ’ αμοιβή σε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης για τις διεθνείς σχέσεις που διοργάνωνε το περιοδικό Foreign Policy· όταν έφθασε, ο Ράτνερ κι οι συνάδελφοί του μπήκαν σε δικαστήριο και κατέθεσαν μήνυση σε βάρος του για το γεγονός ότι διέταξε βασανιστήρια στη φυλακή του Γκουαντάναμο—παραβιάζοντας κατάφωρα τη Συνθήκη κατά των Βασανιστηρίων του 1984. Ο πάλαι ποτέ πανίσχυρος Ράμσφελντ αναγκάσθηκε περίπου να το σκάσει, καταφεύγοντας στην αμερικανική πρεσβεία για να αποφύγει τους δικηγόρους και τους δημοσιογράφους. Ένα χρόνο πριν, το ίδιο σκηνικό είχε συμβεί στη Γερμανία· αναμένεται να επαναληφθεί σε περίπου δύο μήνες, όταν εμφανισθεί στην Ισπανία.

Η πιθανότητα να καταδικασθεί ο Ράμσφελντ για ο,τιδήποτε, γράφει ο Κρις Τόμπσον στην Village Voice, είναι πρακτικά από μηδενική έως απειροελάχιστη. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα.

Ήταν βράδυ της 3ης Νοεμβρίου 1991 σε μια εργατική συνοικία στο Μπάριος Άλτος στη Λίμα, την πρωτεύουσα του Περού. Μύριζε κοτόπουλο στη σχάρα. Ακουγόταν ουαγιάνος, ιθαγένικη χορευτική μουσική των Άνδεων. Μερικές οικογένειες είχαν μαζευτεί για να συγκεντρώσουν, κάνοντας μια μικρή γιορτή, λίγα χρήματα για να επιδιορθωθούν οι σπασμένοι σωλήνες της αποχέτευσης.

Λίγο πριν τις 23:00, δυο οχήματα, ένα Jeep Cherokee κι ένα ημιφορτηγό Mitsubishi, σταμάτησαν έξω από το σπίτι· επτά άνδρες, με αυτόματα εξοπλισμένα με σιγαστήρες, βγήκαν απ’αυτά κι εισέβαλαν στη γιορτή. Κατάπληκτοι, ανύποπτοι για το τι τους περίμενε, οι πολίτες έπεσαν μπρούμυτα στο πάτωμα, όπως τους διέταξαν. Ένας από τους μασκοφόρους ενόπλους αύξησε την ένταση της μουσικής.

Οι υπόλοιποι άρχισαν να πυροβολούν τους παριστάμενους τον έναν μετά τον άλλον, ψυχρά, συστηματικά, επαγγελματικά—αρχίζοντας με τις γυναίκες. Όταν τέλειωσαν, 19 άνθρωποι κείτονταν αιμόφυρτοι. Δεκαπέντε ήταν νεκροί, περιλαμβανομένου ενός οκτάχρονου παιδιού. Καθώς έφευγαν, οι εκτελεστές έρριξαν στα μπαλκόνια των γειτονικών σπιτιών: για να αποθαρρύνουν όποιον τολμούσε να βγει για να τους δει ή για να καταγράψει τις πινακίδες των αυτοκινήτων τους, παρακινημένος από τις κραυγές των θυμάτων τους.

Σύμφωνα με κατάθεση σε δικαστήριο του Περού που διερευνά την δράση του τάγματος θανάτου Κολίνα, ο Πρόεδρος Αλμπέρτο Φουχιμόρι εκνευρίστηκε λίγο όταν έμαθε ότι εκτελέστηκε κι ένα παιδί στην μυστική επιχείρηση, αλλά, τελικά, συνεχάρη εγκάρδια τα στελέχη που την έφεραν εις πέρας. Ο πρώην Α/ΓΕΣ Νικολάς Ερμόσα Ρίος, μιλώντας στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας, αποκάλυψε πως ο Πρόεδρος ασφαλώς και γνώριζε ότι η ίδια ομάδα είχε απαγάγει κι εκτελέσει εννιά φοιτητές κι έναν καθηγητή του πανεπιστημίου Λα Καντούτα.

Η φυγή του Φουχιμόρι στην Ιαπωνία μετά την κατάρρευση του αυταρχικού του καθεστώτος το 2000 κι η επιστροφή του στη Χιλή πριν δυο χρόνια, με διακηρυγμένο στόχο να διεκδικήσει εκ νέου την εξουσία στη χώρα που άλλοτε κυβερνούσε με “σιδηρά πυγμή” δεν τον ωφέλησαν. Συνελήφθη με αίτημα των αρχών του Περού· παρά την αρχική απόρριψη του αιτήματος έκδοσής του από ένα δικαστήριο στο οποίο λέγεται ότι πλειοψηφούσαν οι πινοσετίστας, αποφασίστηκε το φθινόπωρο να μεταχθεί στη Λίμα για να δικασθεί. Η απόφαση —γράφει ο Μάξγουελ Κάμερον, καθηγητής του τμήματος πολιτικών επιστημών στο πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας του Καναδά, στο μπλογκ Comment is Free της εφημερίδας Guardian—, είναι ιστορική. Ο ίδιος είχε διασφαλίσει ότι τα στρατοδικεία θα αθώωναν τους δράστες των αθρόων εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τους παραστρατιωτικούς υπό την διοίκησή του σε βάρος όσων υπήρχαν ακόμη και αόριστες υποψίες ότι μπορεί να σχετίζονταν με, ή να είχαν ιδέες συναφείς με, το Φωτεινό Μονοπάτι και το Κίνημα Τουπάκ Αμάρου. Στους ελάχιστους χαμηλόβαθμους αξιωματούχους που καταδικάσθηκαν, φρόντισε να δώσει αμνηστία. Και ο ίδιος πίστευε ότι θα διέφευγε, ότι είχε εξασφαλισμένη ατιμωρησία. Τώρα, προσθέτει ο Μάξγουελ, εναπόκειται στην δικαιοσύνη του Περού να τύχει του είδους της δίκαιης δίκης που αρνείτο στους αντιπάλους του.

Ο ιαπωνικής καταγωγής Φουχιμόρι ήταν, για την Δύση, υπόδειγμα δημοκρατικού πολιτικού· για τον τύπο, πολιτικός-σαμουράι· για τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, poster boy των πολιτικών που προωθούν· για τους οπαδούς του, κάτι ανάμεσα σε θεό και υπέρτατο ηγέτη. Ο Χουάν Λουίς Τσιπριάνι Θορν, Αρχιεπίσκοπος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στη Λίμα, χαρακτηρίζει την όλη υπόθεση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων “μπούρδες”.

Έχει τους λόγους του. Ο ιερωμένος, μέλος της Όπους Ντέι, είχε διατελέσει επίσκοπος στο Αγιακούτσο, όπου, όπως περιγράφει σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που βασίσθηκε σε μαρτυρίες κι επίσημα έγγραφα από τα χρόνια του “αντικομμουνιστικού αγώνα” ο Περουβιανός συγγραφέας Σαντιάγο Ρονκαλιόλο, στο υπόγειο μιας εκκλησίας βρισκόταν ένας ειδικός φούρνος για να καίγονται οι παράνομα εκτελεσθέντες “ύποπτοι για τρομοκρατία”.

Υφαρπαγή.

01 12 2007

“Όταν οι σκλάβοι μεταφέρθηκαν στις Αμερικανικές αποικίες από την δυτική Αφρική, συχνά καλλιεργούσαν διαφόρων τύπων ρύζι σε μικρούς κήπους για να τρέφονται. Το ρύζι έγινε εμπορικά αξιοποιήσιμο προϊόν για τους ιδιοκτήτες των φυτειών, όμως, με την μαζικοποίηση της καλλιέργειας μιας ποικιλίας υψηλής ποιότητας ρυζιού το 1685. Η ποικιλία έγινε γνωστή ως Carolina Gold. . .έως το 1720, ήταν το πιο πολύτιμο εξαγώγιμο προϊόν της Νότιας Καρολίνας. Αλλά από πού προήλθε;”

Από την Μαγαδασκάρη.