Αμπντάλα μπιν Άμπντουλ Αζίζ Αλ Σαούντ, ετών 84, μονάρχης της Σαουδικής Αραβίας, επισήμως από το 2005, ανεπισήμως από το 1996. Προ ημερών “εξέπληξε” την διεθνή κοινότητα καλώντας να υπάρξει “διάλογος” μεταξύ των θρησκειών, στο πλαίσιο της επίσημης πολιτικής του Ριάντ να “προωθεί την μετριοπάθεια” για την αντιμετώπιση του “εξτρεμισμού”. O 48χρονος Άσαντ Αμπού Χαλίλ, Λιβανέζος πολιτικός επιστήμονας και καθηγητής πανεπιστημίου στις Ηνωμένες Πολιτείες —γνωστότερος στην αγγλόφωνη και αραβόφωνη blogosphere ως Οργισμένος Άραβας—, δεν άντεξε να μην παρομοιάσει την δήλωση του Αμπντάλα με μια υποτιθέμενη “έκκληση του υπουργού Προπαγάνδας των Ναζί Γιόζεφ Γκέμπελς να διοργανωθεί μια ‘διάσκεψη για την ανοχή’”.

Μ’όλη την προπαγάνδα που ανακυκλώνουν αενάως τα σαουδαραβικά μέσα ενημέρωσης περί του ότι ο Σαουδάραβας μονάρχης θεωρεί πως “παρά τις διαφορές στα χρώματα και τις φυλές, είναι σημαντικό να λαμβάνουμε υπ’όψιν μας ότι ολόκληρος ο κόσμος συνδέεται με ορισμένες αξίες συμπεριλαμβανομένης της πίστεως στον Παντοδύναμο Αλλάχ”, και παρά το ότι στον διεθνή τύπο ο Αμπντάλα απεικονίζεται ως “ένας μεταρρυθμιστής με καλές προθέσεις τα σχέδια του οποίου για αλλαγή ματαιώνονται κατά κύριο λόγο από σκληροπυρηνικούς πνευματικούς και συμμάχους τους εντός της Σαουδικής βασιλικής οικογένειας”, κατά την πολιτικώς ορθή διατύπωση του Άντριου Χάμοντ, ο χαρακτήρας του ακραιφνούς ουαχαμπιτικού καθεστώτος στο βασίλειο δεν είναι τόσο εύκολο να ψιμυθιωθεί.

Το σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης (που λέει ο λόγος) στο βασίλειο είναι η πιο προφανής εκδήλωσή του, κι αρκετά συχνά καταφέρνει να απασχολεί τον διεθνή τύπο: εντός 2008, έχουν καταγραφεί (μέχρι στιγμής) 38 εκτελέσεις δι’ αποκεφαλισμού, η τελευταία την Τετάρτη· το 2007, συνολικά αποκεφαλίσθηκαν 137 άνθρωποι, αριθμός δραματικά αυξημένος σε σύγκριση με το 2006, όταν με τον ίδιο τρόπο είχαν θανατωθεί 38. Ενώ, αυτό το μήνα, υπήρξαν στο Ριάντ εκκλήσεις να καταδικασθούν σε θάνατο δι’αποκεφαλισμού δύο συγγραφείς εάν δεν εκδηλώσουν δημόσια την μετάνοιά τους για τα “αιρετικά” άρθρα που δημοσίευσαν.

Για τους ηγέτες π.χ. των Ηνωμένων Πολιτειών ή της Γαλλίας, που χαριεντίζονται με τον Αμπντάλα και τους αυλικούς του στα κόκκινα χαλιά συζητώντας για πετρελαϊκές συμφωνίες και την “διάδοση της δημοκρατίας” στην Μέση Ανατολή (προσπαθώντας, όχι πολύ πειστικά, να αγνοήσουν την ειρωνία του πράγματος), όλα αυτά είναι εντελώς ασήμαντα: αυτό που μετρά είναι η νομή των κερδών του πετρελαίου. Όπως και για τους έλληνες “επενδυτές”, εξ άλλου, αφού το Ριάντ είναι “σημαίνων μέτοχος” πολλών ελληνικών εισηγμένων.

Στα σχολεία της Νότιας Αφρικής, τα παιδιά έχουν ξεπεράσει προ πολλού το κρυφτό και το κυνηγητό: παίζουν παιγνίδια όπως το “βίασε με” και το “χτύπα με”. Σύμφωνα με τη SAHRC, σε έκθεση της οποίας για τη σχολική βία περιέχεται η διαπίστωση, αυτό “καταδεικνύει την έκταση και το επίπεδο. . .του εκβαρβαρισμού της νεολαίας και του πόσο ενδημική έχει γίνει η σεξουαλική βία”· το σχολείο αποτελεί τον “κυριότερο χώρο” όπου σημειώνονται επιθέσεις και ληστείες σε βάρος μαθητών. Οι ανήλικοι και οι νέοι έχουν, σύμφωνα με το CJCP, τις διπλάσιες πιθανότητες να καταστούν θύματα εγκλημάτων από ό,τι οι ενήλικες—το 41,1% των νέων από τους οποίους ελήφθησαν συνεντεύξεις “έχουν υποστεί κάποιου είδους έγκλημα”. Ο χώρος που τα παιδιά τρέμουν περισσότερο από κάθε άλλον: οι σχολικές τουαλέτες. Η παιδική θνησιμότητα που σχετίζεται με επεισόδια βίας είναι 60% υψηλότερη στη Νότια Αφρική από οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, σύμφωνα με τον Ερυθρό Σταυρό, που επικαλέσθηκε στην έκθεσή της η Επιτροπή, σημειώνει η εφημερίδα Mail & Guardian. Σε μια χώρα όπου το ποσοστό των παιδιών έως 14 ετών φθάνει το 30% του πληθυσμού και το προσδόκιμο ζωής δεν ξεπερνά τα 50, το πρόβλημα κάθε άλλο παρά μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντο.

Τα τρομακτικά δεδομένα της έκθεσης αποτελούν ωστόσο διάθλαση της γενικότερης κοινωνικής πραγματικότητας στη Νότια Αφρική, όπου η εγκληματικότητα βρίσκεται μόνιμα στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Στις αρχές της περυσινής χρονιάς το υπουργείο Εργασίας της Νότιας Αφρικής εκτιμούσε ότι οι νέοι στη χώρα πλήττονται περισσότερο από τα προβλήματα της υπανάπτυξης, αποτελώντας το 70% των ανέργων. 14 χρόνια μετά το τέλος του απάρτχαϊντ, οι οικονομικές ανισότητες κι η εγκληματικότητα αποτελούν έναν ανατροφοδοτούμενο κύκλο. Ο συντηρητικός πολιτικός Πίτερ Μώλντερ του κόμματος Μέτωπο Ελευθερίας Συν πρότεινε επίμονα την επαναφορά της θανατικής ποινής. Κι ο νέος πρόεδρος του ANC και προαλειφόμενος ως διάδοχος του Τάμπο Μπέκι στην προεδρία της Νότιας Αφρικής, ο Τζέικομπ Ζούμα, που τελευταία “παρομοιάζεται με πολιτικό χαμαιλέοντα”, άφησε να εννοηθεί ότι θα εξετάσει το αίτημα. Την ίδια στιγμή, η νοτιοαφρικανική κυβέρνηση έχει εμπλακεί σε ένα μίνι-διπλωματικό επεισόδιο με την πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών με αφορμή την “προειδοποίηση” περί στοχοποίησης των τουριστών, και δη των Αμερικανών, σε αεροδρόμια και εμπορικά κέντρα, που θεωρεί ότι μπορεί να πλήξει τον τουρισμό.

O έγκριτος διεθνής τύπος μπορεί να δίνει συγκρατημένα εύσημα για τις “ορθόδοξες πολιτικές” που φέρνουν επιτέλους την περιπόθητη “ανάπτυξη” της Νότιας Αφρικής, όμως η κοινωνική ένταση αυξάνεται.

Not too important.

18 03 2008

Αθανάσιος Σερόμπα, ετών 45, ιερέας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Καταζητείτο, επί σειρά ετών, για το ρόλο του σε ένα από τα χειρότερα επεισόδια της γενοκτονίας στη Ρουάντα, την 13η Απριλίου 1994—τη σφαγή 1.500-2.000 ανθρώπων από εξτρεμιστές Χούτου στην εκκλησία της Νιάνγκε, της οποίας, σύμφωνα με έναν από τους ελάχιστους αυτόπτες μάρτυρες που επέζησαν, ηγήθηκε δίνοντας το παράδειγμα με το όπλο στο χέρι. Διέφυγε στην Ευρώπη. Όταν η μη κυβερνητική οργάνωση προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων African Rights τον ανακάλυψε, το 2001, ήταν εφημέριος σε μια απομακρυσμένη εκκλησία στη Φλωρεντία, στην Τοσκάνη της Ιταλίας, και διέθετε ένα καθ’όλα γνήσιο και νόμιμο διαβατήριο που ανέγραφε το όνομα Πάτερ Αναστάσιος Σούμπα Μπούρα. Η βρετανική εφημερίδα The Guardian ήταν μια από τις ελάχιστες που είχαν επισημάνει, με όσο περισσότερη λεπτότητα γινόταν, την υπόθαλψή του από το Βατικανό και την Ιταλική κυβέρνηση, εν πλήρει γνώσει των εγκλημάτων που τον βάρυναν:

“Ο Πάτερ Σερόμπα ήταν ένας από τις δεκάδες ιερέων και καλογριών που διέφυγαν στην Ευρώπη μετά την ανάληψη της εξουσίας από μια δύναμη των Τούτσι στη Ρουάντα μετά τη σφαγή. Με τη βοήθεια του Βατικανού μετέβη στην Ιταλία, υποτίθεται για να σπουδάσει, και απέκτησε νέο όνομα [. . .].

Οι ενορίτες της Τοσκάνης είχαν συμπαθήσει τον μικρόσωμο, στρογγυλοπρόσωπο άνδρα από τη Ρουάντα που έπινε γάλα και μέλι στο τοπικό καφενείο και πάντοτε χαμογελούσε όταν τελούσε γάμους και διένειμε τη θεία κοινωνία στην εκκλησία, κτίσμα του 16ου αιώνα.

Το 2001 το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Ρουάντα επεδίωξε την έκδοσή του αλλά ο Πάτερ Σερόμπα κρύφτηκε στο Ιταλικό έδαφος εξοργίζοντας την επικεφαλής εισαγγελέα Κάρλα ντελ Πόντε που κατηγόρησε την Ιταλική κυβέρνηση ότι αψηφούσε τις διεθνείς της υποχρεώσεις.

Η Ιταλική εκκλησία ομολόγησε ότι διευκόλυνε τις μυστικές ‘διακοπές’ του, ωστόσο υπό διεθνή πίεση το Βατικανό και η κυβέρνηση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι άλλαξαν πορεία και το Φεβρουάριο του 2002 πέταξε στην Τανζανία και παραδόθηκε στο δικαστήριο.”

Κάτι που συνέβη, ασφαλώς, μόνο αφού είχε εξασφαλισθεί η πλήρης αποσιώπηση του “διαμφιλεγόμενου”, κατά τον διαφωτιστικό ευφημισμό του Γκάρντιαν, ρόλου του Βατικανού: “δικάζεται [ο ιερέας] για τις πράξεις του, όχι η εκκλησία. Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί ως προς αυτό”, είχε δηλώσει προσφυώς εκπρόσωπος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.

Όταν, την περασμένη εβδομάδα, η ποινή του Σερόμπα, ο οποίος είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως σε ποινή κάθειρξης 15 ετών, αυξήθηκε μετατρεπόμενη σε ποινή ισόβιας κάθειρξης, μια από τις ελάχιστες συγκαλυμμένες αναφορές στο ρόλο του Βατικανού και της τοπικής εκκλησίας ήταν ότι “χιλιάδες πολίτες στη Ρουάντα απομακρύνθηκαν από τον καθολικισμό, εξοργισμένοι και περίλυποι για τη συνενοχή αξιωματούχων της στη γενοκτονία”.

Έως ακόμη και σήμερα, παρά την πανθομολογούμενη συμμετοχή δεκάδων στελεχών της ιεραρχίας της αγγλικανικής και της ρωμαιοκαθολικής ποικιλίας της χριστιανικής εκκλησίας στη γενοκτονία, και παρά τις κατηγορίες σε βάρος των χριστιανικών εκκλησιών ότι αποφεύγοντας να καταδικάσουν τη σφαγή την ενέκριναν—όπως υποστήριζε η έκθεση της Human Rights Watch για τη γενοκτονία στη Ρουάντα πέντε χρόνια μετά τα γεγονότα, το 1999— το ζήτημα δεν έχει ερευνηθεί επαρκώς, κι ούτε πρόκειται, για τους προφανείς λόγους. Η τάση είναι να τηρείται μια, υποτίθεται, “αντικειμενική” στάση απόδοσης ευθυνών μόνο σε πρόσωπα κι όχι στις δομές, με την αντιπαραβολή εξαιρέσεων όπως η θαρραλέα στάση ιερέων και καλογριών που πλήρωσαν με τις ζωές τους την αντίθεσή τους στη μαζική σφαγή.

Αν αυτό ισχύει για την “πνευματική” ηγεσία στη Ρουάντα και τους καθοδηγητές της, η ίδια τάση εφαρμόζεται, πολύ περισσότερο, όσον αφορά τις δομές που αποτέλεσαν τους βασικούς υπαιτίους της γενοκτονίας: τις κυβερνήσεις που είχαν, ή διεκδικούσαν, ρόλο επικυρίαρχου στη μικρή και πάμπτωχη χώρα αυτή της Αφρικής—και, αδίστακτα, προκάλεσαν τη σύγκρουση, όπλισαν τις αντιμαχόμενες πλευρές, οδήγησαν τις εξελίξεις.

Μια αρκετά διαδεδομένη ερμηνευτική του μαζικού αυτού εγκλήματος φέρνει στο επίκεντρο το “μίσος”, το “ρατσισμό”, τον “εθνικισμό” κ.ο.κ. (πρβλ. μια από τις ελάχιστες σχετικές αναρτήσεις στην ελληνόγλωση blogosphere). Η οπτική αυτή, παρά τις εμφανείς ουμανιστικές της προθέσεις, δεν φωτίζει επαρκώς τις γενεσιουργές αιτίες της κρίσης.

Δεν μπορεί να τονιστεί όσο χρειάζεται το γεγονός ότι η γενοκτονία υπήρξε άμεση συνέπεια του ακήρυκτου πολέμου Γαλλίας-Ηνωμένων Πολιτειών για ζώνες επιρροής στην Αφρική, πεδίο κτηνώδους και προαιώνιας εκμετάλλευσης, οι χώρες της οποίας μόλις τα τελευταία πενήντα χρόνια, έσπασαν τα δεσμά της αποικιοκρατίας, χωρίς όμως να έχουν επιτύχει να απαλλαγούν από τις καταστροφικές εξαρτήσεις τους από τους βιαστές τους.

Οι αποκαλύψεις όσον αφορά την ανάμιξη της Γαλλίας στο μακελλειό δεν περιορίζονται σε τμήματα των ενόπλων δυνάμεων των Παρισίων, που η κυβέρνηση στο Κιγκάλι ερεύνησε διεξοδικά καταγγέλλοντας, το 2006, βασανισμούς, βιασμούς και φόνους από Γάλλους στρατιωτικούς εν μέσω της σφαγής, και διάσωση δεκάδων φυσικών αυτουργών της γενοκτονίας στην “ανθρωπιστική” επιχείρηση Turquoise. Οι ευθύνες φθάνουν ως την κορυφή της Γαλλικής κυβέρνησης, ο τότε επικεφαλής της οποίας, πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν, είχε δηλώσει στη Figaro, έμπλεος οριενταλιστικής και ρατσιστικής αλαζονείας, ότι “σε τέτοιες χώρες, η γενοκτονία δεν είναι πολύ σημαντική”. Ο Μιτεράν είχε στόχο να εμποδίσει την μετάβαση της γεωπολιτικά σημαντικής Ρουάντας στη σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ. Οι αποκαλύψεις για την φονική απραξία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και ειδικά του Κόφι Άναν, αρμόδιου τότε για τις ειρηνευτικές αποστολές, παρά την ενημέρωσή του ακριβώς για όσα έμελλαν να συμβούν, δεν εμπόδισε την άνοδο του Γκανέζου διπλωμάτη στην κορυφή της ιεραρχίας του Οργανισμού και τη βράβευσή του με Νομπέλ ειρήνης. Ούτε οι αποκαλύψεις για το ρόλο του Πενταγώνου στον πόλεμο της Ρουάντας, με τον εξοπλισμό και την εκπαίδευση των ανταρτών, είχαν κάποια ουσιαστική επίπτωση. Ο κύβος είχε ριφθεί προ πολλού· η χώρα βρίσκεται πλέον στη σφαίρα επιρροής των Αμερικανών και των Βρετανών.

Αυτό ακριβώς ήταν το “διακύβευμα” της γενοκτονίας—και το διεθνές δικαστήριο, ως εκ της ίδρυσής του, αποσκοπεί ακριβώς στο να συγκαλύψει την αλήθεια.

H NUT, το μεγαλύτερο συνδικάτο εκπαιδευτικών στη Βρετανία, κατηγόρησε δίχως περιστροφές το υπουργείο Αμύνης ότι παραβιάζει το νόμο επιχειρώντας, πέντε χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου και της κατοχής στο Ιράκ, να προωθήσει την πραγματοποίηση μαθημάτων στα σχολεία με προδήλως προπαγανδιστικό περιεχόμενο.

Μια από τις πιο σπαρταριστές παρατηρήσεις των δασκάλων: στο συναφές διδακτικό υλικό, η λέξη πρόγραμμα αναγράφεται με Αμερικανική ορθογραφία.

Οι Αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες χρηματοδοτούν τις μυστικές υπηρεσίες του Πακιστάν. Οι μυστικές υπηρεσίες του Πακιστάν χρηματοδοτούν τους Ταλιμπάν. Οι Ταλιμπάν σκοτώνουν Αμερικανούς. Και πάλι από την αρχή.

Κάπως έτσι, ο στρατιωτικός προϋπολογισμός των Ηνωμένων Πολιτειών έφθασε τα 711 δισεκατομμύρια δολάρια για το 2008. Αν το Πεντάγωνο ήταν μόνο του μια χώρα, θα ήταν η 15η πλουσιότερη στον κόσμο.

Την 19η Μαρτίου συμπληρώνονται 11 χρόνια από την ημέρα που ο Ζακ Φοκάρ εγκατέλειψε τον μάταιο τούτο κόσμο, σε ηλικία 83 ετών. Εκτός των άμεσα εμπλεκόμενων στη Γαλλία και στην Αφρική, διεθνώς το όνομα του ανθρώπου που κυριολεκτικά εφηύρε και διαμόρφωσε τη Françafrique —όχι ως έννοια ή νεολογισμό, αλλά ως γεωπολιτική πραγματικότητα—, ήταν γνωστό μόνο στους εξαντλητικά ενασχολούμενους με την εξωτερική πολιτική των Παρισίων. Εντός Γαλλίας, μόνο οι άμεσοι συνεργάτες του γνώριζαν πού έδρευε και τι έκανε ο πρώην γραμματέας του γκωλικού κόμματος και σκιώδης καθοδηγητής των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών. Από το Ντε Γκωλ ως το Σιράκ, υπήρξε ο σημαντικότερος διαμορφωτής της νεοαποικιακής πολιτικής· το 1972, σε μια επίσκεψη του Γάλλου Προέδρου Πομπιντού στη Γκαμπόν (για την οποία ορισμένες κακές γλώσσες χρησιμοποιούσαν τον όρο Φοκάρλαντ) ένας δημοσιογράφος είχε τολμήσει να ρωτήσει “Monsieur le Président, είναι αλήθεια ότι η Γαλλία βρίσκεται πίσω από όλα αυτά τα πραξικοπήματα στην Αφρική;”, ωθώντας τον πρώην υπάλληλο της δυναστείας των ντε Ροτσίλντ να φορέσει το πιο πλατύ του χαμόγελο και να απαντήσει παραπέμποντας στον άνθρωπο που όπως πάντα έστεκε πίσω του: “καλύτερα να ρωτήσετε τον κύριο Φοκάρ”. Ο άνθρωπος των σκιών παρέμεινε απαθής.

Ο άνθρωπος που πάντα ήταν καλά πληροφορημένος είχε παραδεχθεί εμμέσως, σε μια από τις συνεντεύξεις που έδωσε στο συγγραφέα Φιλίπ Γκαϊγιάρ, ότι είχε προτείνει την δολοφονία του Φελίξ-Ρολάντ Μουμιέ, ενός μαρξιστή ηγέτη και μαχητή για την εθνική ανεξαρτησία του Καμερούν, το 1960. Ούτε κι ο ίδιος δε θα μπορούσε να θυμηθεί πόσες εκτελέσεις είχε διατάξει.

Ο θάνατος του Φοκάρ είχε θεωρηθεί ως το τέλος μιας εποχής: αυτής της πλήρους Γαλλικής επικυριαρχίας στις πρώην αποικίες της. Όμως οι πολιτικές που προωθούσε ξανάρχονται στο προσκήνιο. Η κυβέρνηση του Νικολά Σαρκοζύ ασφαλώς ισχυρίζεται ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει, πράγμα που μοιάζει πάντως να αφορά κυρίως τις ταμπέλες: πλέον οι στρατιωτικές επεμβάσεις βαπτίζονται “ανθρωπιστικές”.

Πέντε μήνες πριν την έναρξη των εφετινών Ολυμπιακών Αγώνων, ο αριθμός των ανθρώπων που εξαναγκάσθηκαν να μετακινηθούν λόγω των έργων και των προετοιμασιών φθάνει, κατά μία εκτίμηση, που Κινέζοι αξιωματούχοι αντικρούουν ως υπερβολική, το 1,25 εκατομμύριο. Ο επικεφαλής της Οργανωτικής Επιτροπής Λίου Κι είχε δώσει μια πρόγευση του τι έμελλε να συμβεί τον Ιούλιο του 2007: “Θα εξαλείψουμε τη βρώμικη, χαοτική και οπισθοδρομική εικόνα της πόλης και θα κτίσουμε ένα φιλικό περιβάλλον”, δήλωνε.

Είναι κάθε άλλο παρά η πρώτη φορά που σημειώνεται μια τέτοια εκστρατεία.

Η Πόλη Όμορφη

Στις πόλεις του Τρίτου Κόσμου, οι φτωχοί τρέμουν τα προβεβλημένα διεθνή γεγονότα —τις διασκέψεις, τις επισκέψεις επισήμων, τις αθλητικές διοργανώσεις, τους διαγωνισμούς ομορφιάς και τα διεθνή φεστιβάλ— που ωθούν τις αρχές να εξαπολύουν εκστρατείες για να αποκαθάρουν την πόλη: οι κάτοικοι των παραγκουπόλεων γνωρίζουν ότι είναι η “βρωμιά”, το “σαράκι” που οι κυβερνήσεις θα προτιμούσαν ο κόσμος να μην δει. Στην διάρκεια των εορτασμών για την ανεξαρτησία της Νιγηρίας το 1960, για παράδειγμα, μια από τις πρώτες ενέργειες της νέας κυβέρνησης ήταν να ανεγείρει φράκτες κατά μήκος του δρόμου από το αεροδρόμιο ώστε η απεσταλμένη της Βασίλισσας Ελισσάβετ, η Πριγκήπισσα Αλεξάνδρεια, να μην δει τις παραγκουπόλεις του Λάγκος. Σήμερα, οι κυβερνήσεις είναι πολύ πιο πιθανό να βελτιώσουν τη θέα κατεδαφίζοντας τις παραγκουπόλεις και διώχνοντας τους κατοίκους τους από την πόλη.

Οι Μανιλένος ειδικά έχουν υποστεί επανειλημμένως τη φρίκη τέτοιων “εκστρατειών εξωραϊσμού”. Τις ημέρες της κυριαρχίας της Ιμέλντα Μάρκος στην τοπική διοίκηση, οι κάτοικοι των παραγκουπόλεων είχαν διωχθεί διαδοχικά από τους δρόμους όπου επρόκειτο να γίνουν παρελάσεις στο πλαίσιο του διαγωνισμού ομορφιάς για την ανάδειξη τις Μις Κόσμος το 1974, της επίσκεψης του προέδρου Τζέραλντ Φορντ το 1975, και της διάσκεψης Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου-Παγκόσμιας Τράπεζας το 1976. Συνολικά 160.000 καταπατητές μετακινήθηκαν εκτός του οπτικού πεδίου των μέσων ενημέρωσης, πολλοί εκ των οποίων απορρίφθηκαν στα προάστια της Μανίλας, 30 ή και περισσότερα χιλιόμετρα από εκεί όπου βρίσκονταν προηγουμένως τα σπίτια τους. Η επακόλουθη “Λαϊκή Εξουσία” της Κορασόν Ακίνο αποδείχθηκε ακόμη περισσότερο ανελέητη: 600.000 καταπατητές απομακρύνθηκαν στην διάρκεια της προεδρίας Ακίνο, συχνά χωρίς να προβλέπεται τόπος μετεγκατάστασής τους. Παρά τις προεκλογικές του υποσχέσεις ότι θα παρείχε στέγαση στους φτωχούς των πόλεων, ο διάδοχος της Ακίνο, Τζόσεφ Εστράντα, συνέχισε τις μαζικές εκδιώξεις: 22.000 παράγκες καταστράφηκαν μόλις μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 1999. Κατόπιν, στις προετοιμασίες για τη Σύνοδο της Ένωσης Εθνών της Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN), συνεργεία κατεδάφισης επιτέθηκαν στην παραγκούπολη Ντάμπου-Ντάμπου στην Πασάυ. Όταν 2.000 κάτοικοι σχημάτισαν ένα ανθρώπινο τείχος, εκλήθη ομάδα των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας οπλισμένη με M-16 η οποία σκότωσε 4 ανθρώπους και τραυμάτισε 20. Τα σπίτια και όσα περιείχαν πυρπολήθηκαν και κάηκαν ολοσχερώς, και οι δύστυχοι κάτοικοι της Ντάμπου-Ντάμπου μεταφέρθηκαν σε μια τοποθεσία πλάι στις όχθες ενός οχετού, όπου τα παιδιά τους αμέσως άρχισαν να προσβάλλονται από θανατηφόρες γαστρεντερικές ασθένειες.

Mike Davis, Planet of Slums, Verso, Λονδίνο και Νέα Υόρκη, 2006, σσ. 104-105.
. . . . . . . . . . . . . . .
Μια από τις χειρότερες πιο πρόσφατες τέτοιες επιδρομές υπήρξε αυτή που συντελέσθηκε στο Μουμπάι της Ινδίας, όπου 250.000 άνθρωποι εκδιώχθηκαν από τις παραγκουπόλεις όπου ζούσαν, στο πλαίσιο της εκστρατείας ωραιοποίησης της πόλης, που οι τοπικές αρχές οραματίζονται να μετατρέψουν σε “δεύτερη Σανγκάη”· πέραν της απομύζησης της εργατικής τους δύναμης, οι φτωχοί απλώς δεν έχουν δικαιώματα: για τους ανθρώπους που κρατούν στα χέρια τους τα κλειδιά της εξουσίας, δεν υπάρχουν.

Γκιλάντ Ατζμόν, 45 ετών, κάτοικος Λονδίνου, μουσικός, συνθέτης, παραγωγός και συγγραφέας, γνωστός για τη θαρραλέα στάση του εναντίον της κατοχής των Παλαιστινιακών εδαφών από την κυβέρνηση της πατρίδας του, του Ισραήλ. Σχολίασε προ δύο εβδομάδων σκωπτικά το πάθημα του ηγέτη των Τόρις Ντέηβιντ Κάμερον, ο οποίος επιτέθηκε στην κυβέρνηση Μπράουν για το γεγονός ότι ξοδεύει χρήματα για να “στέλνει μαθητές στην Πολωνία” (προκειμένου να διδαχθούν επί τόπου για το Ολοκαύτωμα), με αποτέλεσμα να γίνει στόχος της Εβραϊκής κοινότητας—ούτε ψύλλος στον κόρφο του φιλόδοξου δεξιού πολιτικού. Εν μέσω των άμεσων απαιτήσεων για συγγνώμη από φορείς της Εβραϊκής κοινότητας, το Συντηρητικό κόμμα έσπευσε να διευκρινίσει πως θεωρεί τα ταξίδια στο Άουσβιτς “θαυμάσια ιδέα”. Ο Ατζμόν αντιπρότεινε την αποστολή των Βρετανών μαθητών και μαθητριών “σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γάζα”:

Αυτό θα είχε πολύ μεγαλύτερη εκπαιδευτική αξία όσον αφορά την αντιμετώπιση του ‘ρατσισμού και των προκαταλήψεων’. Στη Γάζα εκατομμύρια Παλαιστίνιοι υφίστανται λιμό από το Ισραήλ ενώ η Δύση σιωπά.

Η Βρετανία έχει άμεση ευθύνη για την Παλαιστινιακή τραγωδία. Η Παλαιστινιακή καταστροφή καθορίστηκε από τη Βρετανική Αυτοκρατορία. Άρχισε με την Διακήρυξη του Μπάλφουρ, κι εξελίχθηκε σε μια συντριπτική εθνοκάθαρση το 1948, τρία χρόνια μετά την απελευθέρωση του Άουσβιτς. Όποιο τρόπο κι αν επιλέξουμε να δούμε την Ισραηλινοπαλαιστινιακή διένεξη, οι Παλαιστίνιοι είναι τα τελευταία θύματα του Χίτλερ και η γενοκτονία στη Γάζα είναι ένα Shoa εν τω γεννάσθαι.

Ο Ατζμόν αποδείχθηκε ανατριχιαστικά προφητικός: μερικές ημέρες αργότερα, ο υφυπουργός Αμύνης Μάταν Βίλναϊ απείλησε την Πέμπτη τους Παλαιστινίους ότι τους περιμένει ακριβώς αυτό εάν δεν σταματήσουν οι επιθέσεις με ρουκέτες απ’τη Γάζα· ακολούθησε η σφαγή 96 ανθρώπων μέσα σε τέσσερις ημέρες και η ως συνήθως ανούσια καταδίκη της “υπερβολικής” βίας του Ισραήλ από τον γενικό γραμματέα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών Μπαν Γκι Μουν, μετά ασφαλώς την απαραίτητη καταδίκη των επιθέσεων των Παλαιστινίων με ρουκέτες και την διαβεβαίωση ότι το δικαίωμα του Ισραήλ “στην αυτοάμυνα” είναι “σεβαστό”.