Οι διευθυντές δύο Βρετανικών φυλακών έλαβαν εντολή από το υπουργείο Εσωτερικών να παραβλέψουν τους κανονισμούς ασφαλείας σε ό,τι αφορά τον αριθμό των εγκλείστων που μπορούν να κρατούν: καθώς οι φυλακισμένοι στη χώρα έφθασαν συνολικά τους 82.319 —ο αριθμός συνιστά ιστορικό ρεκόρ— η κυβέρνηση των Εργατικών μοιάζει να υιοθετεί ακραία μέτρα για να αντιμετωπίσει το ζήτημα του υπερπληθυσμού των σωφρωνιστικών (που λέει ο λόγος) καταστημάτων. Κι αυτό, γράφει ο Τζέιμι Ντάουαρντ στην εφημερίδα The Observer, παρά την δεδηλωμένη αντίθεση της ένωσης σωφρωνιστικών υπαλλήλων, η οποία σημειώνει την ανεπάρκεια των υπαλλήλων, που μειώνονται, και παρεμπιπτόντως τονίζει ότι υπάρχουν πτέρυγες σε ορισμένες φυλακές που είναι απαγορευμένες ζώνες. Και παρά το γεγονός ότι ήδη στη χώρα λειτουργούν 11 εντελώς ιδιωτικές φυλακές.

Όπου, ειρήσθω εν παρόδω, τα μέτρα ασφαλείας δεν αποτελούν ακριβώς υπόδειγμα τήρησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των εγκλείστων: η Ντόνα ΜακΛης, 21 ετών, φυλακισθείσα για επίθεση διότι πέταξε ένα ποτήρι σε ένα μπαρ, έγκυος επτά μηνών με σοβαρές επιπλοκές, κρατούμενη σε ιδιωτική φυλακή στο Στέρλινγκ, ήταν αλυσοδεμένη κι ελεγχόμενη από τρεις ιδιωτικούς φρουρούς της εταιρίας Reliance επί 24ώρου βάσεως, ακόμη κι όταν πήγαινε στην τουαλέτα ή έκανε μπάνιο στο νοσοκομείο, μολονότι μπορούσε να βαδίσει μόνο με πατερίτσες, δηλώνει ο δικηγόρος της στον Λη Γκλέντινινγκ της εφημερίδας Guardian.

…………… 
† Το υπουργείο Αγάπης, αρμόδιο για τις συλλήψεις, τις φυλακίσεις και τα βασανιστήρια στο “δυστοπικό”, λέει, 1984 του κατά κόσμον Έρικ Άρθουρ Μπλαίρ, γνωστότερου με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Τζωρτζ Όργουελ.

Τριάντα έξι γυναίκες, δεκαεπτά άνδρες κι ένα κορίτσι οκτώ ετών. Κάτοικοι της Μυανμάρ, της πάλαι ποτέ συγκριτικά ανεπτυγμένης Βιρμανίας, που υπό την θαυμαστή διακυβέρνηση της χούντας των στρατηγών έχει καταστεί μια από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου. Πέθαναν την 10η Απριλίου από ασφυξία. Ήταν στοιβαγμένοι στον αποθηκευτικό χώρο ενός φορτηγού ψυγείου που τους μετέφερε στο Πουκέτ της Ταϊλάνδης για να εργασθούν ως φθηνό εργατικό δυναμικό. Στην καρότσα μήκους 6 μέτρων και πλάτους 2,2, μοναδικός εξαερισμός της οποίας ήταν το σύστημα air-condition που χάλασε στα μισά της διαδρομής, βρίσκονταν 122 άνθρωποι. Τα απεγνωσμένα χτυπήματά τους στα τοιχώματα του ψυγείου δεν έγιναν αντιληπτά από τον οδηγό. 21 διακομίσθηκαν σε νοσοκομεία. Οι υπόλοιποι 46 προσάγονται σε δίκη για παράνομη είσοδο στο βασίλειο.

Η εφημερίδα Bangkok Postγέννημα της ψυχροπολεμικής ανάγκης της Ουάσινγκτον να έχει ένα μέσο ενημέρωσης για να εκφράζει τις απόψεις της στην μόνη χώρα της Νοτιοανατολικής Ασίας όπου διατηρούσε πρεσβεία η Σοβιετική Ένωση, που ικανοποίησε ο πρώην πράκτορας του OSS Αλεξάντερ Μακ Ντόναλντ— επέλεξε να δει το θέμα πρωταρχικά υπό το πρίσμα του προτάγματος της “ανάγκης καταπολέμησης των δικτύων της λαθρομετανάστευσης” και της “ασφάλειας των συνόρων”. Στην επαρχία Πουκέτ υπάρχουν τουλάχιστον 50.000 εργαζόμενοι μετανάστες χωρίς χαρτιά, πέρα από τους 35.116 που έχουν εγγραφεί στους καταλόγους του υπουργείου Εργασίας.

Ο θάνατος των 54 ήταν ο υψηλότερος απολογισμός νεκρών σε ένα και μόνο περιστατικό, όμως το φαινόμενο είναι αενάως επαναλαμβανόμενο: “αυτό το είδος τραγικών θανάτων μεταναστών εργατών συμβαίνει συχνά στην Ταϊλάνδη”, λέει ο Χτου Τσιτ, διευθυντής της Grassroots Human Rights Education and Development, στο πρακτορείο IPS. “Παρόμοια φορτηγά χρησιμοποιούνται για την μετακίνηση μεταναστών εργατών στο Πουκέτ και στη Πανγκ-νγκα, όπου χρειάζονται. Ακόμη και σε ανοιχτά ημιφορτηγά στα οποία χωρούν 20 άνθρωποι άνετα στοιβάζονται 50 ή 60″. Ο Μπιλ Σώλτερ, στέλεχος του ILO, συμφωνεί: “το τραγικό αυτό δυστύχημα αποκαλύπτει ένα πρόβλημα που είναι πολύ βαθύτερο”, σημειώνει. 22 μετανάστες από την Μυανμάρ πνίγηκαν σε ποτάμι τον Δεκέμβριο· 8 σκοτώθηκαν σε τροχαίο στην επαρχία Πετσαμπούρι το Νοέμβριο· και πάει λέγοντας.

Οι μετανάστες δουλεύουν στις λεγόμενες “βρώμικες κι επικίνδυνες” δουλειές: αυτές που δε θέλουν οι Ταϊλανδοί. Στην αλιεία, στις κατασκευές, σε φυτείες, υφαντουργίες και άλλους τομείς. Πολλά από τα υπερπολυτελή ξενοδοχεία στις ακτές του Πουκέτ έχουν κτισθεί από Βιρμανούς. Η εργατική νομοθεσία στην Ταϊλάνδη αφήνει τους μετανάστες εντελώς απροστάτευτους. Αλλά το ανθρώπινο ποτάμι των μεταναστών δυναμώνει: τα οικονομικά προβλήματα στην Μυανμάρ εντείνονται. Από τα συνολικά 2 εκατ. μετανάστες εργαζόμενους στην Ταϊλάνδη, το 75% είναι από την Μυανμάρ, κι οι υπόλοιποι από την Καμπότζη και το Λάος. Κατά μελέτη του ILO εισφέρουν 6,2% του ΑΕΠ της Ταϊλάνδης, ή περίπου 11 εκατ. δολάρια. Η υπεραξία των μεταναστών είναι τεράστια, και τα ωφέλη των εκμεταλλευτών τους δυσθεώρητα.

Οι πωλήσεις δεν πήγαιναν καλά επί μία εβδομάδα. Έτσι ο διευθυντής του τμήματος αποφάσισε να “δώσει ένα κίνητρο” στην ομάδα: βασάνισε τον υπάλληλό του, Τσαντ Χάτζενς, χρησιμοποιώντας την περιλάλητη τεχνική του καταιονισμού με ψυχρό νερό.

Οι πωλήσεις της εταιρίας παραμένουν ανεπηρέαστες από το σάλο που έχει ξεσπάσει.

Τουλάχιστον το 40% της υπεσχημένης “βοήθειας” προς το Αφγανιστάν επιστρέφει στις “δωρήτριες” χώρες μέσω συμβολαίων, εταιρικών εσόδων, μισθών συμβούλων και άλλων δαπανών: σύμφωνα με στοιχεία του CPI που επικαλείται η Acbar, οι σημαντικότεροι ανάδοχοι των κεφαλαίων που διατίθενται για την “ανοικοδόμηση” της χώρας είναι οι εταιρίες με το καλύτερο lobbying στην Ουάσινγκτον, ήτοι οι KBR, Louis Berger group, Chemonics International, Bearing Point, Dyncorp International, μεταξύ πολλών άλλων. Και όχι μόνον αυτό: η “βοήθεια” —η οποία ανέρχεται στα ≈7 εκατ. δολάρια ημερησίως, έναντι των ≈100 εκατ. δολαρίων που δαπανώνται ημερησίως για στρατιωτικούς σκοπούς στη χώρα μόνο από τις Ηνωμένες Πολιτείες— υπολείπεται αυτής που είχαν δεσμευθεί οι “δωρήτριες” κυβερνήσεις ότι θα έδιναν κατά ≈10 δις δολάρια, ποσό που ισούται, σύμφωνα με την Oxfam (.pdf, 1,6 MB), με τον προϋπολογισμό της κυβέρνησης του Αφγανιστάν για την παιδεία επί τριάντα. Στην μόνη αναφορά που βρήκα στο θέμα στον Ελληνικό τύπο (ένα σχόλιο τριών γραμμών της Χρ.Π. στην Ελευθεροτυπία), σημειώνεται ότι “δύο τρίτα της οικονομικής βοήθειας που έχει προσφερθεί στην κυβέρνηση της χώρας εξακολουθεί να μη διοχετεύεται στα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού”, πράγμα πολύ λογικό: το 90% του κρατικού προϋπολογισμού του συμφύρματος οπλαρχηγών, φονιάδων και πρακτόρων στην Καμπούλ που αποκαλείται κυβέρνηση του Αφγανιστάν προέρχεται από τη διεθνή “βοήθεια”, ακριβώς.

Το βαθύτερο πρόβλημα, πάντως, των αποκαλύψεων αυτών έγκειται στη σχιζοφρένεια του ισχυρισμού ότι οι καταστροφείς, κατακτητές, βασανιστές κι επικυρίαρχοι του Αφγανιστάν είναι, ή οφείλουν να είναι, και οι “σωτήρες” του.

Στη σιωπή.

06 04 2008

Μπερνίς, ετών 13. Κόρη μιας πωλήτριας καυσόξυλων από μια βόρεια επαρχία της Γκάνας. Η μητέρα της την έστειλε στην πρωτεύουσα, Άκκρα, όταν ο πατέρας της πέθανε. Ήταν 11. Δεν ήταν το πρώτο παιδί της οικογένειας που κατέληγε στους δρόμους της πόλης αβοήθητη για να τα βγάλει πέρα μόνη της. Είχαν προηγηθεί η μεγάλη της αδελφή, επτά χρόνια μεγαλύτερή της, κι ο μικρός της αδελφός, 8 ετών.

Αρχικά βρήκε δουλειά ως μεταφορέας, μαζί με την αδελφή της. Κουβαλούσε βαριά αντικείμενα στηρίζοντάς τα στο κεφάλι της, κερδίζοντας περίπου 2 δολάρια ΗΠΑ την ημέρα. Δεν πέρασε καιρός πριν μια “φίλη” τη συστήσει στην ιδιοκτήτρια ενός πορνείου, που αντλεί από τα 20.000 παιδιά φτωχών οικογενειών που έχουν καταλήξει στους δρόμους. Η γυναίκα υποσχέθηκε στα κορίτσια ότι θα κέρδιζαν 40 δολάρια τη βραδιά, ποσό αστρονομικό γι’ αυτά. “Ήταν καλά χρήματα. . . αποφασίσαμε να το δοκιμάσουμε”, παραδέχεται η Μπερνίς. Δέχθηκε τον πρώτο της πελάτη λίγο μετά τη συμπλήρωση των 12 της χρόνων. “Ήταν δύσκολο. . .τις νύχτες έκλαιγα”. Χρέωνε 5 δολάρια τον πελάτη για μια σύντομη επίσκεψη, 10 για 30 λεπτά ως μια ώρα. Οι περισσότεροι πελάτες της ήταν έφηβοι. “Μερικά κορίτσια παίρνουν ναρκωτικά για να μπορούν να πηγαίνουν με περισσότερους. Το δοκίμασα, αλλά δεν δούλεψε για μένα”.

Η Μπερνίς κι η αδελφή της έβγαζαν αρκετά για να πληρώνουν την ιδιοκτήτρια, που τις χρέωνε 10 δολάρια τη βραδιά για τη χρήση του ευαγούς της ιδρύματος, και να στέλνουν χρήματα στην μητέρα τους, που η μικρή λέει ότι “δεν έχει ιδέα” τι έκαναν οι κόρες της στην πόλη. Συνελήφθη, με άλλα ακόμη 60 κορίτσια κάτω των 16, από την αστυνομία σε έφοδό της στο Μπαρ του Στρατιώτη, όπου δούλευε, το Φεβρουάριο.

Ο δόκτωρ Ομπίρι Γιεμπόα, κοινωνιολόγος στο Πολυτεχνείο της Άκκρα, που έχει μελετήσει το φαινόμενο, λέει ότι βασικό γενεσιουργό αίτιό του είναι η αστικοποίηση. Το παραδοσιακό σύστημα των εκτεταμένων οικογενειών, στο πλαίσιο των οποίων τα παιδιά προστατεύονταν, έχει καταρρεύσει, σημειώνει. “Η όλη κοινωνική δομή συνδυασμένη με την οξύτατη φτώχεια αποτελεί εύφορο έδαφος στο οποίο τέτοια πορνεία ευδοκιμούν”, δηλώνει. Το γεγονός ότι 25.000 παιδιά στην Γκάνα έχουν προσβληθεί ή νοσούν ήδη από HIV/AIDS καταδεικνύει, προσθέτει, ότι τα παιδιά πλήττονται περισσότερο από το φαινόμενο. Οι πελάτες υπαγορεύουν τους όρους της συναλλαγής· τα ανήλικα κορίτσια σχεδόν πάντοτε αδυνατούν να επιβάλλουν τη χρήση προφυλακτικού. “Προσβάλλονται και πεθαίνουν, πολύ συχνά, στη σιωπή”.

Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για τον αριθμό των παιδιών που πέφτουν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης στην Γκάνα. Το υπουργείο αρμόδιο για θέματα που αφορούν τις γυναίκες και τα παιδιά εκτιμά ότι είναι χιλιάδες.

Μια χώρα που χαρακτηρίζεται ως μια “από τις πιο σταθερές” της Δυτικής Αφρικής, όπου η πρόσφατη ανακάλυψη πετρελαίου συγκεντρώνει το έντονο ενδιαφέρον των “επενδυτών”, κυριολεκτικά τρώει τα παιδιά της.

Μια γραφιστική απεικόνιση της ιεραρχίας που ευθύνεται για όσα συνέβησαν στην Άμπου Γκράιμπ—σύνθεση του περιοδικού Mother Jones.

Βιρχίνια Βαγιέχο, 58 ετών, δημοσιογράφος, τηλεοπτική παρουσιάστρια, μοντέλο και ηθοποιός, ντίβα της Κολομβίας το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1980—κι ερωμένη, για περίπου 5 χρόνια, του Πάμπλο Εσκομπάρ, γνωστότερου με το προσωνύμιο Ελ Πατρόν. Τα καρτέλ της κοκαΐνης την είχαν προειδοποιήσει ότι εάν ποτέ άνοιγε το στόμα της, θα της χάραζαν το πρόσωπο με ξυράφια πριν την κόψουν κομματάκια. Η Βαγιέχο, η οποία έγινε διάσημη περισσότερο λόγω της ομορφιάς και της ερωτικής της ζωής και λιγότερο λόγω των δημοσιογραφικών της προσόντων, κατέθεσε ως μάρτυρας στην δίκη των αδελφών Ροδρίγες Ορεχουέλα στο Μαϊάμι. Ζήτησε πολιτικό άσυλο στις Ηνωμένες Πολιτείες, δηλώνοντας βέβαιη ότι αν επέστρεφε στην πατρίδα της, θα δολοφονείτο· το 2007, κυκλοφόρησε το βιβλίο της Amando a Pablo, Obiando a Escobar (εκδ. Grijalbo). Μεταξύ άλλων τρομακτικών αποκαλύψεων, η συγγραφέας σημείωσε ότι “το ναρκο-κράτος που ονειρευόταν ο Πάμπλο Εσκομπάρ είναι σήμερα πιο υπαρκτό από ποτέ στην Κολομβία”. Για το σημερινό πρόεδρο της Κολομβίας, η ντίβα είχε δηλώσει στην El Pais ότι ο επικεφαλής του Καρτέλ του Μεντεγίν τον “λάτρευε”: ως διευθυντής της υπηρεσίας πολιτικής αεροπορίας της χώρας από το 1980 έως το 1982, ο Άλβαρο Ουρίμπε Βέλες είχε “παραχωρήσει δεκάδες άδειες για την κατασκευή διαδρόμων αποπροσγειώσεων, την αγορά αεροσκαφών και ελικοπτέρων με τα οποία δημιουργήθηκε η υποδομή για το λαθρεμπόριο ναρκωτικών. . .ο Πάμπλο συνήθιζε να λέει: ‘αν δεν ήταν αυτό το ευλογημένο αγοράκι, θα έπρεπε να κολυμπήσω ως το Μαϊάμι για να πάω τα ναρκωτικά στους γκρίνγκος‘”.

Φυσικά ο πρόεδρος Ουρίμπε διέψευσε μετά βδελυγμίας όσα έγραψε η Βαγιέχο. Μόνο που υπάρχουν πολλά ακόμη στοιχεία που συνδέουν το “στενότερο σύμμαχο της Ουάσινγκτον στη Λατινική Αμερική” με τον Κολομβιάνικο υπόκοσμο.