Μία ημέρα αφότου η Λάρα Λόγκαν επιτέθηκε στο CBS για την έλλειψη κάλυψης του πολέμου (στο Ιράκ και το Αφγανιστάν), το δίκτυο αφιέρωσε τα πρώτα 4,5 λεπτά του δελτίου του στον τραυματισμό του γκόλφερ Τάιγκερ Γουντς διότι, σύμφωνα με ανώτατο στέλεχος της παραγωγής, αυτή ήταν η είδηση που είχε “μεγάλη σημασία”, σημειώνει το Media Patrol του Cursor.

Καθώς στην Τουρκία το προσκήνιο καταλαμβάνουν τα ποδοσφαιρικά μεγαλεία, άλλες εξελίξεις περνούν μάλλον απαρατήρητες. Για παράδειγμα, η αθώωση τριών μελών της Παιδικής Χορωδίας του Γενισεχίρ της επαρχίας Ντιάρμπακιρ, που είχαν διωχθεί διότι τραγούδησαν ένα εμβατήριο στα κουρδικά ενώ βρίσκονταν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Το εμβατήριο για το οποίο διώχθηκαν οι Σερβάν Γιλμάζ, 16 ετών, Γκεχάν Οκ, 17, και Βεϋσέλ Μαμούκ, 16, ως μέλη ή υποστηρικτές τρομοκρατικής οργάνωσης, ήταν, σύμφωνα με εισαγγελέα, ύμνος του ΡΚΚ· στην πραγματικότητα, το Ey Raqip είναι έργο ενός Ιρανού Κούρδου ποιητή, του Ντιλντάρ, που είχε χρησιμοποιηθεί ως ύμνος της θνησιγενούς Δημοκρατίας του Μαχαμπάντ και, πλέον, αποτελεί τον ύμνο του αυτόνομου κουρδικού θύλακα του βορείου Ιράκ.

Η δίωξη των παιδιών της χορωδίας αποτέλεσε ένα ακόμη επεισόδιο στη λεγόμενη “σύγκρουση χαμηλής έντασης” που αποτελεί το Κουρδικό—και της παράνοιας που επιβάλλει στον πληθυσμό της χώρας ολόκληρης. Η οποία καλά κρατεί: για νιοστή φορά, η τρέχουσα ενσάρκωση του μετριοπαθούς πολιτικού σκέλους του κουρδικού κινήματος για την αναγνώριση των πολιτικών δικαιωμάτων της μειονότητας βρίσκεται υπό την απειλή απαγόρευσης.

. . . . . . . . . . . . . . . .

Το τι σημαίνει η παράνοια αυτή συνήθως αποτελεί μια διάσταση που παραλείπεται από τις αναλύσεις για τα γεγονότα στην Τουρκία κι ειδικότερα το νοτιοανατολικό της κομμάτι, συν μεγάλο μέρος του βορείου Ιράκ, όπου ο τουρκικός στρατός έχει εισβάλει αμέτρητες φορές τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Απροσμάχητοι πρωταγωνιστές είναι τα γεωπολιτικά συμφέροντα διαφόρων “παικτών”, όχι οι άνθρωποι που ζουν τις συνέπειές τους. Όπως αφαιρετικά το είχε θέσει ένας πρώην έφεδρος πυροβολητής του τουρκικού στρατού,

“Ένα από τα παιδιά στο Μπαϊράκτεπε αποκοιμήθηκε και τη νύχτα εκείνοι διείσδυσαν στις γραμμές μας κι έκοψαν δύο κεφάλια δικών μας παιδιών. Την επόμενη μέρα πήγαμε να δούμε τι έγινε και βρήκαμε νεκρούς ένα αγόρι και δύο κορίτσια 17-18 ετών, τρομοκράτες. [. . .]

Αργότερα παραδόθηκαν τρία κορίτσια. [. . .] Όλες τους είχαν τελειώσει το πανεπιστήμιο, πολιτικές επιστήμες, δημόσιες σχέσεις. Τις ρωτήσαμε γιατί [. . .]. Άλλη για την περιπέτεια, άλλη εξ αιτίας του φίλου της. Η μια για παράδειγμα ήταν γιατρός [. . .]. Οι υπολοχαγοί και οι λοχαγοί μας τις ρώτησαν γιατί ξεσηκώθηκαν για κάτι τέτοιο. Εκείνες απάντησαν ότι τους στερούσαν την ελευθερία και τα δικαιώματά τους. Κι εκείνες είχαν μετανιώσει. Είχαν πολύ δίκιο από την πλευρά τους, αλλά μόλις νυχτώσει εσύ ρίχνεις σε μένα κι εγώ σε σένα”.

Nadire Mater, Το βιβλίο του Μεχμέτ: Οι Στρατιώτες που Πολέμησαν στη Νοτιοανατολική Τουρκία Αφηγούνται, μετάφραση Φραγκώς Καραογλάν & Ηλία Κολοβού, εκδ. Κατάρτι, Αθήνα 2004, σ. 348.

Δέσμευση.

20 06 2008

Σέλσο Πόχας, ετών 45, γενικός γραμματέας της ένωσης αγροτών της πόλης Νταβάο των Φιλιππίνων. Νωρίς το πρωί της 15ης Μαΐου, του τέλειωσαν τα τσιγάρα. Είχε μπροστά του μια πολυάσχολη ημέρα. Θα συναντιόταν με μέλη οργανώσεων και εκτοπισμένους από το στρατό για να συζητήσουν για τις κινητοποιήσεις που προγραμμάτιζαν. Βγήκε να πάρει ένα πακέτο. Aυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που έκανε: τον περίμεναν πέντε εκτελεστές.

Σύμφωνα με την οργάνωση Karapatan (“Δικαιώματα”), το 2007 στις Φιλιππίνες δολοφονήθηκαν 69 πολιτικοί ακτιβιστές, 280 συνελήφθησαν παράνομα, ενώ 2.194 έγιναν στόχος απειλών κατά της ζωής τους. Από την 21η Ιανουαρίου 2001, όταν την διακυβέρνηση της χώρας ανέλαβε η πρώην συμμαθήτρια του Μπιλ Κλίντον Γκλόρια Αρόγιο, έως την 31η Μαρτίου εφέτος, τουλάχιστον 903 άνθρωποι δολοφονήθηκαν (.pdf, περίπου 2 ΜΒ) από εκτελεστές που πιστεύεται ότι ανήκουν στις τάξεις του στρατού κι άλλοι 193 “εξαφανίσθηκαν” χωρίς ίχνος.

Ένα μήνα και κάτι πριν ο Πόχας πέσει νεκρός από τα πυρά των πιστολάδων, ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Μανίλα, Άλισταιρ ΜακΝτόναλντ, δήλωνε πομπωδώς ότι

“H ΕΕ θέλει να βοηθήσει το λαό των Φιλιππίνων—την κυβέρνηση και την κοινωνία των πολιτών—να συνεργασθούν για να τεθεί ένα τέλος στις εξωδικαστικές δολοφονίες και να κατονομαστούν και να προσαχθούν στην δικαιοσύνη οι δράστες”.

Η Ευρωπαϊκή “βοήθεια” αποδεικνύεται το δίχως άλλο καθοριστική· τουλάχιστον για την συγκάλυψη της ευθύνης της προέδρου για το συνεχιζόμενο μακελειό. Η ρητορική των υποστηρικτών της Αρόγιο στις Βρυξέλλες και στην Ουάσινγκτον ξεπερνά το συνηθισμένο όριο υποκρισίας: ανακοινώνουν ότι συνεργάζονται με τους εγκεφάλους της εκστρατείας κρατικής τρομοκρατίας και πολιτικών φόνων για να τη. . . “σταματήσουν”. Τη στάση της κυβέρνησης των Φιλιππίνων είχε σχολιάσει σκωπτικά πέρυσι ο ειδικός ερευνητής του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών Φίλιπ Άλστον χαρακτηρίζοντάς την “βαθιά σχιζοφρενική”. Ο ισχυρισμός ότι πολλές δολοφονίες είναι “έργο των κομμουνιστών” που “εκκαθαρίζουν τις γραμμές τους” αποτελεί την καραμέλα των ανώτατων αξιωματικών του στρατού, που διοικούν τα τάγματα θανάτου. Όπως κι η “δέσμευση” της προέδρου Αρόγιο ότι το ζήτημα θα αντιμετωπισθεί πάραυτα.

Την εποχή της αποαποικιοποίησης, την δεκαετία του 1960, η Αφρική δεν ήταν μόνο αυτάρκης σε τρόφιμα, αλλά αποτελούσε σημαντικό εξαγωγέα τροφίμων, εξάγοντας 1,3 εκατομμύρια τόνους το χρόνο μεταξύ 1966 και 1970. Σήμερα, η ήπειρος εισάγει το 25% των τροφίμων που καταναλώνει και σχεδόν κάθε χώρα της εισάγει τρόφιμα. Η πείνα και ο λιμός έχουν καταστεί αενάως επαναλαμβανόμενα φαινόμενα. Τι μεσολάβησε;

Μα φυσικά, πέντε δεκαετίες “διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων”.

Πριν τον πάρουν για να τον εκτελέσουν, μετά από τα φρικτά βασανιστήρια στα οποία τον είχαν υποβάλει επί τέσσερις ημέρες στο Estadio Chile —κι αφού του είχαν σπάσει και τα δύο χέρια με τους υποκόπανους τουφεκιών για να μην μπορέσει να παίξει ποτέ ξανά κιθάρα—, ο Βίκτορ Χάρα πρόλαβε να αποχαιρετήσει τους περίπου 5.000 συγκρατουμένους του στο γήπεδο μουρμουρίζοντας τον πρώτο στίχο του πιο δημοφιλούς του τραγουδιού.

“Aquí va todo el pueblo de Chile,
aquí va la Unidad Popular.
Campesino, estudiante y obrero:
compañeros de nuestro cantar”.

35 χρόνια αφότου ο Ρίτσαρντ Νίξον και ο Χένρυ Κίσιντζερ έδιναν το πράσινο φως για να ανατραπεί ο Σαλβαδόρ Αγιέντε και να πνιγεί στο αίμα το κίνημα που τον υποστήριζε από τη χούντα του Αουγκούστο Πινοτσέτ, 35 χρόνια μετά την δολοφονία του Χάρα, η έρευνα για να βρεθεί ποιος είναι ο “Πρίγκηπας”, ο αξιωματικός του στρατού που τράβηξε τη σκανδάλη, ξανανοίγει. Η χήρα του εμβληματικού τραγουδοποιού του κινήματος νουέβα κανσιόν, Τζόαν Τέρνερ Χάρα, συνέβαλε στην διοργάνωση μιας συναυλίας στην μνήμη του στο στάδιο όπου εκτελέστηκε, στην οποία έλαβαν μέρος, μεταξύ άλλων, οι Ίντι Ιλιμάνι, παλιοί συναγωνιστές του, και στο τέλος της οποίας ζητήθηκε από όποιον γνωρίζει κάτι να το καταθέσει. Προέκυψαν 40 νέες μαρτυρίες και στοιχεία. Που καθιστούν πιθανό η ατιμωρησία του αξιωματικού να λάβει τέλος.

Σαμία Κούζα, ετών 33. Η οικογένειά της ήταν από την Παλαιστίνη. Κατέληξε στη Βαγδάτη το 1948, με τα ποτάμια των Παλαιστινίων μεταναστών της Νάκμπα. Εκεί γεννήθηκε. Ζει στη Ζάρκα της Ιορδανίας από το 2006. Κατέληξε εκεί μετά τον δεύτερο πόλεμο του Ιράκ, όταν οι Παλαιστίνιοι έγιναν, μεταξύ πολλών άλλων, στόχοι των, υποστηριζόμενων από τις κατοχικές δυνάμεις, παραστρατιωτικών. Η κόρη της, η Ράχμαντ, είναι είκοσι μηνών. Όταν η Ελίζαμπεθ ΝτιΝόβελα του περιοδικού The Progressive μπήκε στο σπίτι της, τής πήρε ώρα για να συνέλθει από το σοκ που της προκάλεσε η θέα της. Το κρανίο της μικρής είναι φρικτά παραμορφωμένο, περίπου “σαν μανιτάρι”, τα μάτια της “πετάγονται απ’ αυτό σα να είναι καρτούν”. Η Σαμία ξέρει καλά ότι οι γενετικές ανωμαλίες του παιδιού, που συνέλαβε στη Βαγδάτη, προκλήθηκαν από την εμμένουσα ραδιενέργεια των Αμερικανικών “έξυπνων” βομβών. Ο γιατρός που ξεγέννησε τη Ράχμαντ δεν της έδινε παραπάνω από ένα χρόνο ζωής. Το Σεπτέμβριο κλείνει τα δύο.

Η Σαμία δεν μπορεί να μετακινηθεί από τη Ζάρκα, την δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας, που βρίσκεται σε απόσταση σαράντα λεπτών από το Αμμάν και στην οποία καταλήγουν επί δεκαετίες διαδοχικά κύματα προσφύγων. Ελάχιστοι από το περίπου 1 έως 1,5 εκατ. Ιρακινοί που συνωθήθηκαν στις φτωχοσυνοικίες της πόλης από το 2003 έχουν μακροπρόθεσμες άδειες παραμονής. Όσοι διαθέτουν 100.000 δολάρια μπορούν να αγοράσουν την υπηκοότητα. Ορισμένοι της μεσαίας τάξης μπόρεσαν ακόμη και να πάρουν άδειες εργασίας. Οι περισσότεροι, όμως, παραμένουν “παράνομα” στη χώρα. Η κυβέρνηση δεν τους αναγνωρίζει ως πρόσφυγες: τους καταχωρεί ως “φιλοξενούμενους”. Και αυτό δεν είναι το χειρότερο. Η Σαμία δεν αναγνωρίζεται πια ως Ιρακινή υπήκοος. Και φυσικά δεν είναι Ιορδανή. Έτσι, ο 6χρονος γιος της, Μοχάμεντ, δεν μπορεί να πάει σχολείο. Ο σύζυγός της, που δούλευε ως ηλεκτρολόγος στη Βαγδάτη, απελάθηκε από τις Ιορδανικές αρχές στη Βηθλεέμ. Είναι άνεργος στα κατεχόμενα. Δεν μπορεί να κάνει απολύτως τίποτα για να βοηθήσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Η Σαμία έχει ανάγκη να δουλέψει, αλλά η κατάσταση της κόρης της δεν της το επιτρέπει. Επιζεί με τη βοήθεια ενός αδελφού της και μιας ΜΚΟ, της Αλ Ταμκίν, που χρηματοδοτείται από μια αμερικανική οργάνωση, το Ίδρυμα για την Εγγύς Ανατολή. Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, λέει, δεν έκανε και πολλά για να τη βοηθήσει. Τα στελέχη των δύο οργανώσεων που την επισκέφθηκαν μαζί με τη ΝτιΝόβελα τη ρώτησαν αν χρειάζεται κάτι. “Φέρτε πίσω τον άντρα μου”, απάντησε.

Τύχη.

09 06 2008

Τα πτώματα των θυμάτων ήταν κάθε άλλο παρά δύσκολο να βρεθούν. Ήταν χρόνια ολόκληρα εκτεθειμένα στα στοιχεία της φύσης. Ορατά. Κι όμως. Χρειάστηκαν 24 χρόνια ώσπου οι εκκλήσεις των κατοίκων του χωριού Πούτις, στην περιοχή Καστιγιάνα, στην επαρχία Αγιακούτσο, στα υψίπεδα του Περού, να εισακουσθούν και ν’ αρχίσει η διαδικασία εκταφής και αναγνώρισής τους. Οι σοροί ανήκουν σε 125 ανθρώπους —άνδρες, γυναίκες και παιδιά— που εκτελέσθηκαν από άνδρες του στρατού αφού πείστηκαν να σκάψουν το “χαντάκι για πέστροφες” που έμελλε να αποτελέσει τον μαζικό τους τάφο. Ήταν 1984 όταν διαπράχθηκε η σφαγή των περισσότερων θυμάτων που θανατώθηκαν σε ένα και μόνο περιστατικό στον ατελείωτο “βρώμικο πόλεμο” (1980-2000) του Περού. Κι ήταν πέντε χρόνια πριν όταν η λεγόμενη CVR καλούσε να αρχίσει η εκταφή τους.

Ο Χεράρδο Φερνάντες, ο οποίος λέει πως ανάμεσα στις σορούς είναι αυτές της μητέρας του και του τρίχρονου γιου του, ξόδεψε χρόνια ολόκληρα σέρνοντας τα βήματά του από υπηρεσία σε υπηρεσία με μια λίστα “αγνοούμενων” ώσπου να πείσει την εισαγγελία ν’ασχοληθεί, και βοήθησε κι ο ίδιος στην εκταφή με τα ίδια του τα χέρια, ξέρει ότι υπάρχουν δικαιολογίες για την αργοπορία: τις έχει ακούσει όλες. Το χωριό “είναι πολύ απομακρυσμένο”· η περιοχή είναι “επικίνδυνη”· και τέλος πάντων, ποιος νοιάζεται για μερικούς φτωχοδιαβόλους που δεν μίλαγαν καν ισπανικά, παρά μόνο ινδιάνικα Κέτσουα. Αλλά δεν τα παράτησε: η υπόθεση πρέπει να κλείσει, κάποιοι πρέπει να διωχθούν, ακόμη κι αν το μόνο που είναι γνωστό για τους δράστες είναι απλώς ψευδώνυμα όπως “Λοχαγός Μπαρέτα”, “Διοικητής Όσκαρ”, “Υπολοχαγός Λάλο”, καθώς οι αξιωματικοί ποτέ δεν έδιναν τα πραγματικά τους ονόματα στους χωρικούς τον καιρό του εμφυλίου, κι απλώς λάμβαναν επαίνους και προαγωγές για τις σφαγές τις οποίες επέβλεπαν.

Εν πολλοίς, ο Φερνάντες και οι υπόλοιποι συγγενείς των 125 (όσοι έχουν απομείνει, αφού οι στρατιωτικοί, με σύστημα και πειθαρχία, τους εξόντωσαν όλους ώστε να μην τους αναζητήσει κανείς και διέρρευσαν στον Τύπο πληροφορίες περί “μάχης” με “αντάρτες” του Φωτεινού Μονοπατιού) ίσως να μπορούν να θεωρηθούν “τυχεροί”. Πολλοί άλλοι δεν θα βρουν ποτέ τις σορούς των δικών τους. Όπως η Ανχέλικα Μεντόσα δε Ασκάρσα, ο γιος της οποίας, φοιτητής, είχε απαχθεί το 1983 “για να καταθέσει” από 30 πάνοπλους άνδρες του στρατού και δεν επέστρεψε ποτέ. Οι αιτήσεις, ακόμη και οι δωροδοκίες της πήγαν στο βρόντο. Στην απελπισμένη έρευνά της, η Μεντόσα είδε πολλές φορές τι ακριβώς έκανε ο στρατός σε όσους “εξαφανίζονταν”. Όπως είχε καταθέσει, “είδα σορούς με τα μάτια να κρέμονται, χωρίς αυτιά, γυναίκες που τους είχαν κόψει τα στήθη. Οι στρατιώτες φρουρούσαν τα πτώματα ώσπου να έρθουν ζώα να φάνε τις σάρκες τους. Μόνο τα κόκκαλα απέμεναν”.

Όραμα.

05 06 2008

“Εύχομαι να είχα τους Ταλιμπάν για στρατιώτες μου”, διότι “μερικά πράγματα τα έκαναν σωστά” δήλωσε στο Σπήγκελ προ ημερών ο λεγόμενος “πρόεδρος” του Αφγανιστάν, Χάμιντ Καρζάι.

Αν μη τι άλλο, οι “απελευθερωτές” της χώρας αποδεικνύονται πάνω απ’ όλα άνθρωποι με όραμα.

Άμπντελ, ετών 9, εργαζόμενος σε πλινθοκαμίνους στην Αίγυπτο εδώ κι ένα χρόνο. Είναι ο μικρότερος εργάτης στη βιοτεχνία παραγωγής τούβλων στη βιομηχανική ζώνη. Ο ημερήσιος μισθός του φθάνει τις περίπου 20 Αιγυπτιακές λίρες, ή περίπου τα 2,37 ευρώ, και προστίθεται στο εισόδημα της μητέρας του, που δουλεύει ως υπηρέτρια. Το μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος πάει σε φάρμακα για τον παράλυτο πατέρα του. Δεν μετανιώνει που άφησε το σχολείο. “Εδώ με πληρώνουν. Βοηθάω την οικογένειά μου”, λέει.

Νάσερ, ετών 16 ―σχεδόν όλα τα παιδιά στις πλινθοκαμίνους δηλώνουν 16, ακόμα κι αυτά που φαίνεται ότι δεν ξεπερνούν τα 12―, εργαζόμενος στις βιοτεχνίες 10 ώρες την ημέρα. Τα τούβλα που έχει φτιάξει τα τελευταία δυο χρόνια αρκούν για να χτιστούν αρκετά τετράγωνα στο Κάιρο. Καλύπτεται από πηλό από τα μαλλιά ως τα νύχια των ποδιών του. Μοιάζει με άγαλμα έτοιμο να σπάσει. Αλλά συνεχίζει χωρίς σταματημό. “Πρέπει να ξέρεις καλά τη δουλειά”, λέει σχεδόν μονολογώντας. “Αν δε στοιβάξεις καλά τα τούβλα κάποιος μπορεί να πέσει στις φλόγες”.

Τα παιδιά που εργάζονται στην Αίγυπτο υπολογίζονται σε δεκάδες χιλιάδες. Πολλά καταγγέλλουν ότι υφίστανται συστηματικούς ξυλοδαρμούς από επιστάτες αν δεν δουλεύουν με ικανοποιητική ταχύτητα. Μολαταύτα για την διεθνή κοινότητα ουδείς λόγος ανησυχίας υπάρχει: τη σωτηρία τους έχει αναλάβει εργολαβικώς η ενσάρκωση του φιλανθρωπικού προσωπείου του καθεστώτος, η (παρασημοφορηθείσα, μόλις πέρυσι, από τον Κάρολο Παπούλια) πρώτη κυρία Σούζαν Μουμπάρακ, που πριν έξι χρόνια δήλωνε αρκούντως θιγμένη για το ότι οι αξιοσημείωτες “προσπάθειες” που καταβάλλονται στη χώρα για την “εξάλειψη” της παιδικής εργασίας παραβλέπονται· έκτοτε, είναι προφανές, το πρόβλημα επιλύθηκε.