Ζενίθ.
04 07 2008
140 οργανώσεις με περίπου 1,5 εκατομμύριο μέλη: η ρωσική ακροδεξιά αν μη τι άλλο γνωρίζει μεγάλη άνθηση τα τελευταία χρόνια. Η πολιτική και κοινωνιολογική σημασία του εθνικιστικού φαινομένου στη, ραγδαία μεταλλαχθείσα σε κρίσιμο πυλώνα του διεθνούς καπιταλισμού, χώρα δεν έχει αναλυθεί επαρκώς, όμως η εξέλιξή του είναι μετρήσιμη σε απόλυτους —και μακάβριους— αριθμούς: των θυμάτων των σκίνχεντς. Από την 1η Ιανουαρίου έως την 21η Ιουνίου εφέτος, στη Ρωσία έχουν βρει το θάνατο 69 άνθρωποι κι άλλοι 170 έχουν τραυματισθεί σε 152 ξενοφοβικές επιθέσεις, δήλωσε προ ημερών στο Interfax ο διευθυντής του μοσχοβίτικου Γραφείου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Αλεξάντερ Μπροντ.
Οι Ρώσοι υπερεθνικιστές έχουν θράσος: πέρυσι το καλοκαίρι, διανεμήθηκε μέσω του διαδικτύου πριν αποσυρθεί 24 ώρες αργότερα ένα βίντεο στο οποίο απεικονίζονταν οι εκτελέσεις δυο ανθρώπων, ενός από το Νταγκεστάν κι ενός από το Τατζικιστάν, δι’αποκεφαλισμού και πυροβολισμού εξ επαφής αντίστοιχα, υπό τη σκιά ενός λάβαρου διακοσμημένου με τη σβάστικα. Την ευθύνη διεκδίκησε το αυτοαποκαλούμενο “Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Ρωσίας”, το οποίο σε προκήρυξή του, που δημοσιεύθηκε σε τσετσενικό διαδικτυακό τόπο, διακήρυξε την πρόθεσή του να “αποκαθάρει τη Ρωσία” από τους ξένους. Οι Ρωσικές αρχές, τουλάχιστον στο επίπεδο των επίσημων προθέσεων, μοιάζουν να αναγνωρίζουν (μετά από χρόνια διαψεύσεων και ισχυρισμών ότι πρόκειται απλώς περί “χουλιγκανισμών”) ότι κάποιο πρόβλημα υπάρχει κι έχουν αναλάβει κάποια δράση: τον Ιούνιο, η αστυνομία ανακοίνωσε ότι εξάρθρωσε 11 εξτρεμιστικές οργανώσεις και συνέλαβε 53 ανθρώπους στους οποίους αποδίδονται κάπου 40 επιθέσεις σε πολίτες ή μετανάστες με “μη Σλαβικά” χαρακτηριστικά.
Για τον Εμίλ Πέιν, διευθυντή έρευνας για τον εξτρεμισμό και την ξενοφοβία στο Ινστιτούτο Κοινωνιολογίας, η διάλυση του πολυεθνικού κράτους που ήταν η Σοβιετική Ένωση προκάλεσε πολλαπλές κρίσεις ταυτότητας στους λαούς που τη συναποτελούσαν, με τις απειράριθμες νέες εθνότητες και μειονότητες να έχουν η καθεμιά την δική της ιδεολογία και όραμα για το ποιος είναι ο “εχθρός”. Η θεωρία της περικύκλωσης, που αποτελούσε μέρος της επίσημης ιδεολογίας (και) τη σοβιετική εποχή (κάτι όχι πολύ εσφαλμένο, ανεξαρτήτως του πώς χρησιμοποιήθηκε ή χρησιμοποιείται σήμερα) μαζί με την καταστροφή της οικονομικοκοινωνικής σταθερότητας που σήμανε η ταχύρρυθμη μετάβαση της μετασοβιετικής Ρωσίας στον καπιταλισμό τύπου καζίνο ενέτεινε τις εθνικιστικές εξάρσεις, κατέστησε τους μετανάστες και τις μειονότητες “στόχους” σε πολλές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Η Ρωσία δεν αποτελεί εξαίρεση: ο πολιτικός αναλυτής Μαξίμ Κρανς σημειώνει ότι πολλοί Ρώσοι “έπαθαν σοκ” όταν πρωτοείδαν σκίνχεντς με περιβραχιόνια διακοσμημένα με τροποιημένες σβάστικες στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Επρόκειτο, είχε λεχθεί τότε, για κάτι αδύνατον στη χώρα που υπέστη τις περισσότερες απώλειες στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο από τη Ναζιστική Γερμανία και κατοικείται από 100 και πλέον εθνότητες. Δυστυχώς, έγραψε νωρίτερα εφέτος ο Κρανς, πλανήθηκαν πλάνη οικτράν: όχι μόνο οι νεοναζί κάνουν θραύση, αλλά οι αρχές μοιάζουν να παραγνωρίζουν το μέγεθος του προβλήματος ενώ ένα από τα κορυφαία στελέχη της αστυνομίας “αγνοεί ηρωικά” τα γεγονότα εδώ και χρόνια. Μάλιστα, τον Απρίλιο του 2007, όταν οι νεοναζί τίμησαν την ημέρα της γέννησης του Αδόλφου (του γνωστού) σε μια πορεία με άδεια (!) των αρχών, υπήρξε τουλάχιστον ένα πανεπιστήμιο που συμβούλευσε συνετά τους ξένους φοιτητές του “να μείνουν στους ξενώνες τους”, όπως είχε σημειώσει ένας ανταποκριτής.
Προοδευτικά, στόχοι των ρώσων σκίνχεντς καθίστανται πλέον όχι κυρίως, όπως τα προηγούμενα χρόνια, οι ξένοι, κι ειδικά οι μαύροι και σκουρόχρωμοι, φοιτητές, αλλά οι μετανάστες και οι ρώσοι πολίτες από πρώην σοβιετικές κεντρασιατικές δημοκρατίες, όπως η Κιργιζία, το Ουζμπεκιστάν και το Τατζικιστάν, καθώς και τον Καύκασο. Πεδία δράσης τους αποτελούν οι δυο σημαντικότερες ρωσικές μεγαλουπόλεις: η πρωτεύουσα κι η Αγία Πετρούπολη —γενέτειρα του πρώην προέδρου και νυν πρωθυπουργού, Βλαντίμιρ Πούτιν (περισσότερα γι’ αυτόν σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα σε λίγο)—, καθώς και οι περιφέρειες Σβέρντλοφσκ και Ουλιάνοφσκ, στο Βόλγα. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι προνομιακός χώρος δράσης των νεοναζιστικών οργανώσεων, που πια κάνουν σαφείς τις προθέσεις τους ανοικτά, είναι τα γήπεδα: ειδικά αυτό της Ζενίτ, της ομάδας της Αγίας Πετρούπολης το όνομα της οποίας βρέθηκε στα χείλη ουκ ολίγων αθλητικογράφων αυτό το καλοκαίρι εξ αιτίας του ποδοσφαιριστή Αντρέι Αρσάβιν, αντικειμένου συζητήσεων και διαπραγματεύσεων που συμπεριλαμβάνουν αρκετά μηδενικά. Ο Ολλανδός προπονητής του συλλόγου, που εφέτος θριάμβευσε σε μια διεθνή διοργάνωση, αρχικά παραδέχθηκε ανοικτά, αλλά εν συνεχεία “μάζεψε” εσπευσμένα, ότι μεταξύ των οπαδών της ομάδας, χορηγός της οποίας είναι η Γκάζπρομ, δρουν ακραιφνείς ρατσιστές που δεν τους “αρέσουν” οι μαύροι παίκτες. H “δέσμευση” της διοίκησης της ομάδας ότι θα “επιμορφώσει” τους οργανωμένους οπαδούς της για το θέμα του ρατσισμού μοιάζει μάλλον με κακόγουστο αστείο σε μια πόλη που από συνώνυμη της πάλαι ποτέ τσαρικής και σοβιετικής πολιτισμικής αίγλης έχει καταστεί ο σημαντικότερος χώρος δράσης των Ρώσων νεοναζί.
O κλειδοκράτορας της εξουσίας στη Ρωσία (και λόγω απολυταρχικού προφίλ και επαναφοράς του Ρωσικού μεγαλοϊδεατισμού ίνδαλμα μέρους της ελληνικής ακροδεξιάς), Βλαντίμιρ Πούτιν, είτε από τη θέση του προέδρου είτε από αυτήν του πρωθυπουργού, και μεγάλο μέρος του ρωσικού πολιτικού προσωπικού, εκμεταλλεύονται το φαινόμενο όπως τους βολεύει περισσότερο κατά περίσταση: ο χώρος του ακροδεξιού εξτρεμισμού αποτελεί, έτσι, “μπαμπούλα” ή γούρνα με θολά νερά προς αλίευση ψήφων. Ο πρώην σταθμάρχης των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών στη Δρέσδη κι επικεφαλής της KGB είχε, το 2005, ζητήσει “συγχώρεση” από τα θύματα του ναζισμού για την εμφάνιση νεοναζί στη Ρωσία (οι περισσότεροι έλληνες δημοσιογράφοι τότε μάλλον είχαν χαθεί στη μετάφραση), πριν οι άνθρωποί του καταγγείλουν ως νεοφασίστα όποιον τους έκανε κέφι, ενώ, το 2007, καλούσε να ενταθεί ο αγώνας εναντίον της απειλής του “εξτρεμισμού και του ρατσισμού” και της “τρομοκρατίας”, μαζί και ταυτοχρόνως, παρά το γεγονός ότι στα κόμματα τα οποία τον υποστηρίζουν έχουν βρει καταφύγιο αρκετοί ακροδεξιοί. Και ο ίδιος δεν μένει ασυγκίνητος μπροστά στα ωφέλη της σωβινιστικής ρητορικής: το 2006 δεσμευόταν να προστατεύσει τα συμφέροντα των “γηγενών Ρώσων”.
[Σατανικές συμπτώσεις: η εταιρία που είχε παλαιότερα διαθέσει την Vodka Putinka κάνοντας τρελές πωλήσεις το 2006 εισήγαγε τη βότκα Civil Defense, το μπουκάλι της οποίας είχε ως διαφήμιση μια εικόνα από πόστερ του 1932 και της προεκλογικής εκστρατείας του Χίτλερ.]
Καθώς οι ακροδεξιές οργανώσεις συνασπίζονται οραματιζόμενες κάθοδο στις εκλογές, και το συνεχιζόμενο δημογραφικό πρόβλημα της Ρωσίας σημαίνει ότι οι μετανάστες θα συνεχίσουν να έρχονται, το μόνο βέβαιο είναι ότι το πρόβλημα με το ρατσισμό, που έχει φθάσει σε ένα ιστορικό ζενίθ, θα συνεχίσει να εντείνεται στη χώρα.


