Οι μαύροι που ζουν στην Μόσχα συνεχίζουν να τελούν “υπό πολιορκία”: μια έρευνα με συμμετοχή 200 ανθρώπων που διεξήγαγε εκκλησιαστική οργάνωση βρήκε πως το 60% εξ αυτών έχουν υποστεί επίθεση και το 80% έχουν υποστεί φραστικούς προπηλακισμούς. Κατά στοιχεία του κέντρου Сова, τον Ιούλιο 6 άνθρωποι υπέστησαν επιθέσεις από νεοναζί και ρατσιστές· ο αριθμός είναι μειωμένος σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2008, όταν 3 άνθρωποι είχαν σκοτωθεί και 25 είχαν τραυματιστεί σε τέτοιες ενέργειες. Συνολικά το εξάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου εφέτος καταγράφεται μείωση της ρατσιστικής βίας, που παραμένει ωστόσο σε τρομακτικό επίπεδο: 36 νεκροί, 171 τραυματίες, έναντι 73 και 371 το αντίστοιχο διάστημα του 2008. Μπορεί η Ρωσική κυβέρνηση να παίρνει μέτρα για τον περιορισμό των επιθέσεων —όπως το κλείσιμο της αγοράς Τσερκιζόφσκι, της μεγαλύτερης στη Ρωσία, επισήμως για “υγειονομικές παραβιάσεις”, που προκαλεί πολλά περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύει, με κυριότερο το ότι αφήνει άνεργους 100.000 ανθρώπους, κυρίως μετανάστες—, και μπορεί για πρώτη φορά στις τοπικές εκλογές του Οκτωβρίου να κατεβαίνουν μαύροι υποψήφιοι, αλλά ο “τερατωδών διαστάσεων” ρατσισμός στη Ρωσία, όπου πέρυσι καταγραφόταν η ένταξη 1,5 εκατ. ανθρώπων σε νεοναζιστικές/ακροδεξιές/ρατσιστικές παρατάξεις, συνεχίζει να αποτελεί μείζον κοινωνικό πρόβλημα.

Όπως αναφέρει σχετικό μπιλιέτο:

“Ένας νεκρός άμαχος σημαίνει αποζημίωση 2.500 δολαρίων στην οικογένειά [του]. Μια νεκρή αγελάδα στοιχίζει περίπου το ίδιο ποσό, διότι είναι πολύ δύσκολο να εκτραφεί [. . .]. Ένα σπασμένο παράθυρο: περίπου 50 δολάρια. Μια σπασμένη πόρτα μπορεί να στοιχίσει 110 δολάρια αν είναι φτιαγμένη από μέταλλο ή είναι έργο καλού μάστορα”.

Ώστε αυτό έχουν κατά νου οι αμερικανοί αξιωματούχοι όταν μιλούν για τις “καρδιές και τα μυαλά” των Αφγανών.

“Κανένα έλεος στους εγκληματίες”: πριν δυο εβδομάδες —απευθυνόμενος σ’ εκπροσώπους της Ιταλικής, της Πορτογαλικής και της Ελληνικής κοινότητας του Γιοχάνεσμπουργκ— ο 67χρονος Τζέηκομπ Ζούμα, που εξελέγη πρόεδρος τον Μάιο στη Νότια Αφρική, έκανε σαφές ότι η πολιτική του σε θέματα δημόσιας τάξης θα είναι πολύ σκληρότερη από αυτή των προκατόχων του.

“Όσο εμείς προσπαθούμε να είμαστε πολύ προοδευτικοί όσον αφορά το θέμα [της αντιμετώπισης της εγκληματικότητας]“, εξήγησε μειλίχια, “οι κακοποιοί σκοτώνουν [. . . ], ενσταλάζουν φόβο στην κοινωνία”. Προανήγγειλε μεταρρύθμιση του ποινικού κώδικα, του συστήματος δικαιοσύνης και αύξηση των δυνάμεων της αστυνομίας, και τόνισε ότι πρέπει να αναληφθεί “άμεση δράση”. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί στον πρόεδρο, κατά το σχετικό τηλεγράφημα του SAPA, η έξαρση των κλοπών στα malls.

Η νοτιοαφρικάνικη αστυνομία στο μεταξύ ενθαρρύνει, οργανώνει, εκπαιδεύει κι επιβλέπει ομάδες “εθελοντών αστυνομικών”, εκχωρώντας μέρος της ευθύνης της σ’ αυτές καθώς και σε ιδιωτικές εταιρίες ασφάλειας:

“Καθώς οι ανθρωποκτονίες έχουν φθάσει τις 50 την ημέρα, με πολλά από τα θύματα να εκτελούνται από ληστές στο δρόμο ή μέσα στα σπίτια τους, απλοί πολίτες σηκώνουν τα μανίκια—ενώ η αστυνομία ζητά επίμονα να υπάρξει χαλάρωση των κανόνων εμπλοκής [. . .]. Στις συνοικίες της μεσαίας και της ανώτερης τάξης, πάνοπλοι ιδιωτικοί φρουροί περιπολούν τους δρόμους με αλεξίσφαιρα αυτοκίνητα. Αναζητούν υπόπτους. Σταματούν πολίτες και τους ανακρίνουν, επιχειρώντας να προλάβουν εγκλήματα πριν γίνουν. Συναγερμοί σε σπίτια και κήπους και κάμερες CCTV συμπληρώνουν το οπλοστάσιο για την καταπολέμηση του εγκλήματος στις περιοχές αυτές. Στις πιο φτωχές συνοικίες, οι πολίτες κάνουν οι ίδιοι περιπολίες, είτε ως μέλη ενώσεων εθελοντών, είτε αυτοδικώντας. Η διάκριση δεν είναι τόσο εύκολη. Ένας από τους άνδρες [μιας] περιπόλου [εθελοντών αστυνομικών] στο κέντρο του Γιοχάνεσμπουργκ κτυπά με δύναμη στο κεφάλι ένα νεαρό μετανάστη από τη Ζιμπάμπουε διότι προσπαθεί να αποφύγει τη σωματική έρευνα. Ο νεαρός, κατάπληκτος, εξοργισμένος, εξηγεί πως νόμιζε πως ο εθελοντής αστυνομικός προσπαθούσε να τον κλέψει. Σε ορισμένες συνοικίες όπου το επίπεδο της εγκληματικότητας είναι σε δυσθεώρητα ύψη, η τιμωρία για όσους είναι ύποπτοι για την διάπραξη εγκλημάτων είναι πολύ χειρότερη—έξαλλοι πολίτες έγινε πρόσφατα γνωστό ότι έκαψαν ζωντανό έναν άνθρωπο.”

Ο δείκτης των τραυματισμών και των θανάτων στην διάρκεια τέλεσης βίαιων εγκλημάτων είναι σχεδόν 158 ανά 100.000 κατοίκους, διπλάσιος του μέσου όρου διεθνώς· οι άνδρες 15 ως 29 χρονών εμπλέκονται “δυσανάλογα” σε εγκλήματα, ως θύτες κι ως θύματα, σύμφωνα με σχετική μελέτη που τεκμηριώνει το γιατί τα ζητήματα που άπτονται της εγκληματικότητας μονοπωλούν την επικαιρότητα στη Νότια Αφρική κι ώθησαν το Ζούμα —που αναδείχθηκε στο θώκο με ποσοστό 65% των ψήφων “υποσχόμενος βοήθεια στους φτωχούς”— να δηλώσει πως αφήνει τον “προοδευτισμό” κατά μέρος.

Αλλά το θέμα δεν είναι η “συμπόνοια” για τους Τσότσι, όπως αποκαλούνται, χάρη στην ομότιτλη ταινία, οι κακοποιοί στη Νότια Αφρική. Η ιεράρχηση του Ζούμα, και των προκατόχων του, συσκοτίζει την πραγματικότητα.

Η πρεμούρα για την αντιμετώπιση της “εγκληματικότητας” από το νέο πρόεδρο και την κυβέρνηση του ANC πάει πακέτο με τη συνέχιση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής που εφαρμόζεται στη χώρα και, παρά το επίσημο τέλος του απάρτχαϊντ το 1994, διατηρεί αυτούσια πολλά από τα πιο απεχθή χαρακτηριστικά του, με σημαντικότερο την κραυγαλέα ανισότητα στην κατανομή του πλούτου. Η αναλογία των μισθών ενός διευθύνοντος συμβούλου κι ενός απλού εργαζόμενου στη Νότια Αφρική είναι, σήμερα, 700:1, ενώ το 80% της καλλιεργήσιμης γης εξακολουθεί σήμερα να το νέμεται η λευκή ελίτ. [Κι όχι μόνο: ο ρατσισμός, όπως παρατήρησε πρόσφατα ένας αμερικανός πανεπιστημιακός, παραμένει βαθιά ριζωμένος. Ο διευθύνων σύμβουλος που λέγαμε, παρεμπιπτόντως, είναι μάλλον λευκός.]

Ο Ζούμα παριστάνει πως δε βλέπει τους λόγους που σε μια χώρα όπου σχεδόν το 22% του εργατικού δυναμικού μαστίζεται από ανεργία και μέχρι στιγμής εντός 2009, ελέω “κρίσης” σχεδόν 500.000 εργαζόμενοι πετάχτηκαν στο δρόμο, όπου η φτώχεια κάνει θραύση (60%) και όπου (επίσημα) ένα εκατομμύριο πολίτες συνωθούνται σε (άτυπα, πλέον) γκέτο υπάρχει τόσο “υψηλή εγκληματικότητα”. Αδυνατεί να διακρίνει κάποια σχέση με το γεγονός πως μετά τις μερικές ή πλήρεις ιδιωτικοποιήσεις των δημόσιων επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας το μηνιαίο κόστος του νερού, π.χ., είχε φθάσει να στοιχίζει το 2004 περίπου 70% του εισοδήματος των πιο φτωχών οικογενειών. Στις αρχές του μήνα, λέει, έκανε μια “αιφνιδιαστική επίσκεψη” (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) σε παραγκουπόλεις του Γιοχάνεσμπουργκ για “καταλάβει ακριβώς τι συμβαίνει”. Πρόκειται για τις γειτονιές όπου η αστυνομία, μερικές ημέρες νωρίτερα, είχε ασκηθεί στη σκοποβολή με πλαστικές σφαίρες με στόχο διαδηλωτές που ζητούν αυτά που τους υποσχόταν: υποδομές, υγεία, παιδεία. Στο πλαίσιο της “πάταξης του εγκλήματος” προφανώς κι αυτό, όπως και η καταδίωξη όσων προσπαθούν να βγάλουν τα προς το ζην ως πλανόδιοι μικροπωλητές.

Μάλλον στο πλαίσιο της πάταξης της εγκληματικότητας αντιμετωπίστηκαν έτσι όπως αντιμετωπίστηκαν κι οι χιλιάδες των εργαζομένων που απέργησαν πρόσφατα.

Για όποιον δεν έπιασε το υπονοούμενο, ο Ζούμα το έκανε λιανά: “δεν έχω καμιά υποχρέωση στα συνδικάτα”, δήλωσε. Οι αριστεροί υπουργοί του (στην κυβέρνηση μετέχουν και στελέχη του SACP), σιώπησαν. Μάλλον τους κάλυψε ο γενικός γραμματέας του κόμματος, που χαρακτήρισε τις κινητοποιήσεις που σαρώνουν τη χώρα “ανεύθυνες”. Πάνε εξ άλλου 11 χρόνια από τότε που υπέκυψαν στον εκβιασμό του Τάμπο Μπέκι: βουλώστε το, ή φύγετε. Αλλά η ένταση στη βάση αυξάνεται.

Για τους επιχειρηματίες, τους τραπεζίτες και τις λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις, το θέμα είναι επιτέλους ο Ζούμα να κάνει κάποια βήματα ώστε να επιτευχθεί η περιπόθητη “σταθερότητα και καθαρότητα” στο πεδίο της οικονομίας, και να “ελέγξει” τους “αριστερούς συμμάχους του”.

Εξ ου η συζήτηση περί “εγκληματικότητας” είναι τόσο βολική: βγάζει απ’  την εικόνα τις οξύτατες αντιθέσεις και κοινωνικές εντάσεις. Και η “πάταξή” της μετατρέπεται σε κυβερνητικό πρόταγμα, που “συνδέεται”, οπωσδήποτε, με την διοργάνωση του προσεχούς παγκόσμιου πρωταθλήματος ποδοσφαίρου, για το οποίο η κυβέρνηση δαπανά ανενδοίαστα 12 δις ραντ. Είναι θέμα εθνικής υπερηφάνειας.

Η “συνήθως νυσταλέα” πόλη Λάνγκενταλ έχει καταστεί το πεδίο όπου το ακροδεξιό SVP προσπαθεί να δρέψει δάφνες και να μαζέψει κανένα ψηφαλάκι από τους νοικοκυραίους που αντιστέκονταν στην παραχώρηση δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες ως το 1971. Στόχος του, ποιοι άλλοι, οι μουσουλμάνοι.

Δαιμονικές συμπτώσεις: ο άνθρωπος που μαζί με το Ντικ Νίξον και την εξοχότητά του το στρατηγό Εμίλιου Γκαραστασού Μέντισι απεργάζονταν την ανατροπή του Αγιέντε το 1971 στο Oval Office είναι ο ίδιος που η σημερινή υπουργός Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον δηλώνει πως της δίνει “πολύτιμες συμβουλές” για την άσκηση των καθηκόντων της. Γκουχ. Φαίνεται.

Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι που, λόγω έρωτος, του τα συγχωρούν όλα:

Οι μπράβοι του ενός από τους επικρατέστερους υποψήφιους απώθησαν τους υπερβολικά ενθουσιασμένους οπαδούς του στο κατάμεστο στάδιο της πρωτεύουσας χτυπώντας τους μανιασμένα με τους υποκόπανους των τουφεκιών τους. Υπήρχε προφανώς κίνδυνος να τσαλακωθεί το ωραίο του σακκάκι.

Ο έτερος επικρατέστερος υποψήφιος, κάνοντας μια κίνηση-κλειδί, που ίσως, λέει, του χαρίσει την επανεκλογή του στην προεδρία, κάλεσε να επιστρέψει στη χώρα ο μεγαλύτερος εν ζωή εγκληματίας πολέμου που ανέδειξε ποτέ η ιστορία της (με σημαντικότερο γνώρισμά του το ότι είναι παντός καιρού: ανάλογα με το ποιος τον πλήρωνε υπήρξε κατά καιρούς βασιλικός, αντιβασιλικός, φιλοσοβιετικός, κι από την δεκαετία του 1980 και μετά ακραιφνώς φιλοαμερικανός).

Το Αφγανιστάν, όπου η άσκηση της εξουσίας από ενεργούμενα των Δυτικών δυνάμεων και ανελέητους πολεμάρχους βαπτίζεται “δημοκρατία”, θα αποκτήσει προσεχώς νέα προεδρεύουσα μαριονέτα.

60”.

10 08 2009

Το 2008 στη Βρετανία έγιναν 504.073 αιτήσεις για μυστική συλλογή πληροφοριών σχετικά με τηλεφωνικές συνδιαλέξεις πολιτών. Στατιστικά, γινόταν μια αίτηση κάθε ένα λεπτό, και παρακολουθήθηκε ένας στους εβδομήντα οκτώ ενήλικες υπηκόους της χώρας. Το πράγμα έχει ξεφύγει τόσο που οι βρετανικές αρχές —όχι απλώς οι μυστικές υπηρεσίες, αλλά ακόμη και δήμοι— ζητούν παρακολουθήσεις για ζητήματα όπως είναι το εάν τα κατοικιδία πολιτών λερώνουν σε σημεία που δεν πρέπει.

Ο Σκέιχιλ στην εκπομπή του Όμπερμαν για την υπόθεση Πρινς: